Η σπουδαία Θεσσαλονικιά primadonna της όπερας θυμάται, νοσταλγεί, αναπολεί και μοιράζεται με τη Vwoman.
Της Σοφίας Αποστολίδου
Συγκλονιστική! Μαγική! Εκπληκτική! Καθηλωτική! Είναι μόνο μερικά από τα επίθετα που αποκτούν νόημα, όταν απολαμβάνει κάποιος επί σκηνής την κορυφαία Θεσσαλονικιά primadonna της όπερας, Σοφία Mητροπούλου. Η φωνή της μοιάζει να έρχεται από έναν άλλο κόσμο, μυσταγωγικό. Εκεί όπου η δύναμη της χροιάς της φωνής της μπορεί να αγγίξει ακόμα και τα πιο μύχια φύλλα της καρδιάς. Η κάθε ερμηνεία της Σοφίας Μητροπούλου επί σκηνής είναι απλά καθηλωτική. Η κορυφαία Θεσσαλονικιά diva έχει κάτι από το πάθος της «Τόσκα». Τον δυναμισμό της «Αΐντα». Τη σαγήνη της «Μαντάμ Μπατερφλάι», ρόλους τους οποίους η ίδια έχει ερμηνεύσει συγκλονιστικά σε σημαντικά θέατρα της Ευρώπης και του κόσμου. Γέννημα θρέμμα Θεσσαλονικιά και κόρη της εμβληματικής ηθοποιού του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, Καίτης Μητροπούλου, βρέθηκε πάνω στη θεατρική σκηνή όταν ήταν ακόμα μέσα στην κοιλιά της μαμάς της. Όλα τα υπόλοιπα ήταν απλά νομοτελειακά. Οι μοίρες της προσέφεραν απλόχερα αυτό το σπάνιο χάρισμα της μαγικής φωνής, αυτό το υπέρμετρο ταλέντο ερμηνείας το οποίο με τη σειρά της η Σοφία Μητροπούλου προσφέρει σε όλους εμάς κάθε φορά που την απολαμβάνουμε να ερμηνεύει κορυφαίους ρόλους της όπερας επί σκηνής. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τη στιγμή που η Σοφία Μητροπούλου έγινε ουσιαστικά η «Τόσκα» χαρίζοντάς μάς μια καθηλωτική ερμηνεία στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επταπυργίου; Η κορυφαία Θεσσαλονικιά diva θυμάται, νοσταλγεί και μοιράζεται στιγμές που τη συγκίνησαν. Πάνω από όλα όμως μιλά για τα όνειρά της που είναι συνυφασμένα με τη Θεσσαλονίκη και μας μυεί στον μαγικό κόσμο της όπερας.

Η μητέρα σας, Καίτη Μητροπούλου, υπήρξε μία εμβληματική ηθοποιός του Κ.Θ.Β.Ε., μάλιστα χαριτολογώντας θα μπορούσαμε να πούμε ότι πατήσατε για πρώτη φορά τη σκηνή του θεάτρου ως «κύημα». Ποια είναι η πρώτη μουσική σας ανάμνηση και πότε αποφασίζετε να ασχοληθείτε επαγγελματικά με την λυρική μουσική;
Πολύ σωστά χρησιμοποιήσατε τη λέξη «κύημα» γιατί ήμουν πράγματι στην κοιλίτσα της μαμάς όταν ανέβηκα για πρώτη φορά στη σκηνή του θεάτρου. Η μητέρα μου έπαιζε στο θέατρο και κάπως έτσι ήταν σαν να συμμετέχω και εγώ με έναν τρόπο στην παράσταση. Τελικά φαίνεται πως πράγματι ισχύει ότι “το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον” και έτσι ήταν πραγματικά αδύνατο και για εμένα να μπορέσω να ξεφύγω από το θέατρο. Θυμάμαι ότι από μικρό κοριτσάκι πήγαινα με τη μαμά μου μαζί στις πρόβες. Με θυμάμαι να είμαι περίπου πέντε χρονών κοριτσάκι και να παρακαλώ τη μαμά μου να με πάρει μαζί της στο θέατρο να βλέπω πρόβες. Δεν ξεκολλούσα από πάνω της… Θυμάμαι το καλοκαίρι να πηγαίνουμε περιοδείες σε Φιλίππους, Επίδαυρο, Ηρώδειο. Σε όλα τα μεγάλα θέατρα. Και εγώ να θέλω τόσο πολύ να είμαι εκεί… Επομένως, το θέατρο ήταν πια βαθιά μέσα στο DNA μου. Όσον αφορά στην πρώτη μου μουσική ανάμνηση, αυτή δεν είναι άλλη από τη φωνή της μαμάς μου. Τη θυμάμαι να τραγουδάει….Είχε μια απίστευτα γλυκιά και μελωδική φωνή και με μεγάλη έκταση. Όποτε υπήρχαν τραγουδιστικές απαιτήσεις σε θεατρικά έργα και ήταν η μητέρα μου στο cast ανέθεταν σε εκείνη να τραγουδήσει. Όλες μου οι αναμνήσεις είναι γεμάτες με πολύ μουσική. Και μέσα στο θέατρο και μέσα στο σπίτι. Όσον αφορά στην πρώτη μου επαφή με την όπερα ήταν κάποια Χριστούγεννα που είχαμε πάει με την οικογένεια μου στη Γερμανία. Θυμάμαι ήμουν 15 χρονών και είχαμε βγάλει εισιτήρια να δούμε την «Ιφιγένεια η εν ταύροις» του Gluck, που δεν είναι και ότι καλύτερο για ένα κοριτσάκι δεκαπέντε χρονών. Θυμάμαι λοιπόν ότι είχα βαρεθεί. Παρόλα αυτά, αυτή η πρώτη επαφή με την όπερα λειτούργησε με έναν τρόπο μέσα μου. Όταν ήμουν δεκαοχτώ χρονών είχαμε ταξιδέψει με τον μπαμπά, που ήταν έμπορος επίπλων, στο Λονδίνο, με σκοπό να κάνω εξάσκηση στα Αγγλικά. Κάτι άγνωστο αλλά ταυτόχρονα πολύ δυνατό με ώθησε και πήγα στην EMI και αγόρασα όλους τους δίσκους της Μαρίας Κάλλας. Τους έβαλα στη βαλίτσα μου και τους γύρισα στην Ελλάδα, χωρίς να έχω καμία προγενέστερη επαφή με την όπερα. Από εκεί και έπειτα γράφομαι στο ωδείο και ξεκινάει το ταξίδι μου σε αυτόν τον χώρο.

Από το Νέο Ωδείο Θεσσαλονίκης αποφοιτήσατε λαμβάνοντας το δίπλωμα στην Μονωδία με «Άριστα» παμψηφεί. Παράλληλα, έχετε τον τίτλο μίας εκ των κορυφαίων λυρικών ερμηνευτριών. Έχετε ερμηνεύσει κορυφαίους ρόλους – ενδεικτικά μόνο αναφέρω την «Τόσκα», τη «Διδώ», τη «Δόνα Ελβίρα», την Μανόν Λεσκώ- σε πολύ σημαντικά θέατρα της Ευρώπης και σε ρεσιτάλ σε όλο τον κόσμο. Υπάρχει κάποια στιγμή που να ξεχωρίζετε από την εντυπωσιακή πορεία σας;
Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν πάρα πολλές στιγμές που είναι σημαντικές, σημαδιακές και συγκλονιστικές. Δεν ξέρω πια πώς να τις απαριθμήσω, γιατί η κάθε στιγμή που έχω ζήσει είναι πολύ συγκλονιστική από μόνη της. Σίγουρα, κάποιοι πολύ σημαντικοί διαγωνισμοί που κέρδισα με σημάδεψαν γιατί ήταν η αρχή για κάτι άλλο ακόμα πιο μεγάλο. « Ένας χορός μεταμφιεσμένων» το «Ub ballo di Machera” του Τζουζέπε Βέρντι στο θέατρο Λύρικο, στο Κάλιαρι, στην Σαρδηνία. Αυτή η παραγωγή θυμάμαι μου έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου. Επίσης, μία από τις πολλές που ανεβάσαμε την «Καβαλερία», στο Luglio Musicale Trapanese, στο Trapani, στην Ιταλία. Η «Αΐντα» επίσης, που παρουσιάστηκε στο αρχαίο θέατρο της Ταορμίνα ήταν μία μαγική στιγμή. Έχει μια συγκλονιστική ενέργεια το θέατρο αυτό. Υπήρχε κάτι το μαγικό εκείνη τη βραδιά: η Αίτνα από πίσω, το ολόγιομο φεγγάρι, η ενέργεια του αρχαίου αυτού θεάτρου την οποία ένιωθα έντονα. Ακόμα θα μπορούσα να αναφέρω την «Elizabeth» που παρουσιάστηκε στην Welsh National Opera. Έχω την ευτυχία να έχω ζήσει πολλές τέτοιες στιγμές και είναι αλήθεια ότι δεν θα ήθελα να ξεχωρίσουν κάποιες, γιατί με αυτόν τον τρόπο ίσως να αδικώ και να υποβαθμίζω την σπουδαιότητα κάποιων άλλων. Ίσως τελικά οι πιο σημαντικές στιγμές να ήταν εκείνες που ερχόταν η μαμά μου να με δει, κυρίως στην Ιταλία. Σε άλλες χώρες όπως στην Κίνα ή στην Ιαπωνία δεν ήταν εύκολο να έρθει. Όμως στην Ιταλία ήρθε και με είδε σε κάποιες παραστάσεις και αυτό ήταν για μένα πάρα πολύ σημαντικό. Συνήθως όταν τραγουδάς στο εξωτερικό δεν έχεις κάποιον δικό σου στο κοινό όπως συμβαίνει όταν είσαι στην Ελλάδα. Το να έχω λοιπόν τη μαμά μου στο κοινό, για μένα ήτανε κάτι που πραγματικά είχε μεγάλη αξία. Επομένως, θα μπορούσα να πω ότι οι παραστάσεις στις οποίες ήρθε η μαμά μου, ανεξάρτητα από τον ρόλο που ερμήνευα ή από το θέατρο που γινόντουσαν ήταν πολύ σημαντικές για εμένα. Κι όχι μόνο γιατί η γνώμη της ως καλλιτέχνης είχε μια βαρύνουσα για εμένα αξία.

Μπορώ να αισθανθώ πόσο πολύ αγαπάτε τη λυρική μουσική. Τι είναι εκείνο όμως που αγαπάτε περισσότερο στη λυρική και τι κάνει την όπερα τόσο ξεχωριστή;
Τι να πω εγώ που να μην έχει ήδη ειπωθεί για την όπερα; Η όπερα είναι η πιο ολοκληρωμένη και πιο σύνθετη μορφή τέχνης γιατί ουσιαστικά συνδυάζει όλες τις άλλες μορφές τέχνης. Την μουσική, την ποίηση, το θέατρο, τα εικαστικά, τον χορό. Και αυτό είναι που κάνει την όπερα τόσο συναρπαστική. Επίσης, είναι μια μορφή τέχνης που έχει έντονη εκφραστικότητα και βάθος συναισθημάτων καθώς περιγράφει όλα τα ανθρώπινα πάθη. Η Όπερα γεννήθηκε ως λαϊκή μορφή τέχνης. Και μπορεί πλέον να θεωρείται ότι απευθύνεται στην ελίτ, όμως αυτό είναι λάθος. Η όπερα πάντα θα είναι λαϊκή. Ας μην ξεχνάμε ότι για όλα τα ανθρώπινα πάθη για τα οποία μιλάει η όπερα- για τον έρωτα, τη ζήλια, τον φθόνο- είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από το αν ανήκουν στην κοινωνική ελίτ ή όχι και έχουν μείνει αναλλοίωτα στο πέρασμα των χρόνων. Για αυτό και τελικά η όπερα είναι σύγχρονη. Εμείς είναι που τη βλέπουμε σαν να αφορά στο παρελθόν. Όμως όταν κάποιος αρχίζει και παρακολουθεί όπερα το καταλαβαίνει αυτό το πράγμα. Τους φανατικούς της όπερας στο εξωτερικό τους παρομοιάζουν με τους φανατικούς του ποδοσφαίρου. Για αυτό και πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν είναι κάτι “ελιτίστικο” η όπερα. Αντιθέτως είναι ένα θέαμα που είναι κοντά μας, πολύ κοντά μας, ακόμα πιο κοντά μας από ότι πιστεύουν κάποιοι.

Η όπερα είναι κοντά και στη γυναικεία φύση καθώς πολλές από τις δημοφιλείς όπερες έχουν πηγή έμπνευσης μία γυναίκα. Τι ανακαλύψατε για την γυναικεία φύση ερμηνεύοντας εμβληματικές γυναίκες της λυρικής δραματουργίας όπως τη Manon Lescaut, την Lady Macbeth, την Aida, την Tosca και πολλές άλλες;
Οι γυναίκες ξέρουμε καλά πόσο σύνθετη είναι η γυναικεία φύση. Βέβαια, η κάθε γυναίκα, η κάθε μία από εμάς είναι ξεχωριστή με τον δικό της χαρακτήρα και τη δική της προσωπικότητα. Όλες αυτές οι εμβληματικές γυναίκες τις οποίες έχω ερμηνεύσει είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους και τόσο διαφορετικές από εμένα και αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη πρόκληση. Ερμηνεύοντας αυτούς τους εμβληματικούς και τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους ρόλους ανακαλύπτεις όλες τις πλευρές της υπέροχης γυναικείας φύσης. Το πόσο ερωτική και ταυτόχρονα ψυχρή μπορεί να είναι μια γυναίκα. Το πόσο τρυφερή και βίαιη ταυτόχρονα. Πόσο Εύθραυστη αλλά και δυνατή μπορεί να είναι. Πόσο Εκδικητική και πόσο Αφοσιωμένη. Πόσο πιστή κα πόσο άπιστη. Πόσο μοιραία και πόσο ανασφαλής. Όλες αυτές οι εκφάνσεις υπάρχουν στη γυναικεία φύση. Μπορεί κάποια από αυτά τα στοιχεία των ηρωϊδων της όπερας να είναι δικά μου και κάποια άλλα όχι.

Υπάρχει κάποια από αυτές τις εμβληματικές ηρωϊδες της λυρικής δραματουργίας με την οποία ταυτίζεστε λίγο πιο πολύ;
Σίγουρα με την Τόσκα!
Μας χαρίσατε μια συγκλονιστική στιγμή ερμηνεύοντας την «Τόσκα» στο πλαίσιο του φεστιβάλ Επταπυργίου σε μια μαγική βραδιά όπου και αποδείχτηκε έμπρακτα το πόσο πολύ αγαπάει το κοινό της Θεσσαλονίκης την όπερα. Τι ονειρεύεστε για την λυρική μουσική σε σχέση με την πόλη σας τη Θεσσαλονίκη;
Το κοινό της Θεσσαλονίκης αγαπάει την όπερα και την αγαπάει πολύ. Αυτό είναι κάτι που το έχει αποδείξει και όχι μόνο με την «Τόσκα». Όποτε παρουσιάζεται όπερα στη Θεσσαλονίκη πάντα το θέατρο είναι κατάμεστο. Όταν είχα τραγουδήσει όπερα το 2007-2008 ήταν γεμάτο το θέατρο. Όταν το 2016 ερμήνευσα την «Αΐντα» στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, πέντε ημέρες πριν την πρεμιέρα και οι 4 παραστάσεις ήταν sold out. Αφού υπήρχαν άνθρωποι που μου ζητούσαν να τους βρω εισιτήρια και ήταν αδύνατον. Η «Τόσκα» ήταν ένα ακόμα τέτοιο παράδειγμα. Όμως στον αντίποδα δεν νοείται μια τόσο μεγάλη πόλη σαν την Θεσσαλονίκη, που είναι η συμπρωτεύουσα της Ελλάδας να μην έχει τη δική της Λυρική σκηνή. Εκείνο λοιπόν που ονειρεύομαι για την πόλη μας και την όπερα είναι η ίδρυση μιας μόνιμης λυρικής σκηνής στη Θεσσαλονίκη, όπως αυτή που υπάρχει στην Αθήνα. Αυτό λοιπόν ονειρεύομαι και αυτό είναι που αξίζει και η Θεσσαλονίκη και οι κάτοικοι της. Όλος ο μουσικός κόσμος και όλοι οι τραγουδιστές θέλουν μια λυρική σκηνή στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη μας έχει πολλά ταλέντα και πολλές υπέροχες φωνές. Είναι κρίμα να μην μπορούν να απορροφηθούν και να δημιουργήσουν σε αυτή την πόλη γιατί δεν υπάρχει λυρική σκηνή.

Η όπερα είναι γένους θηλυκού. Είναι όμως ο χώρος της λυρικής ένας εύκολος χώρος για μια γυναίκα, υπό την έννοια ότι πρόκειται για ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον στο οποίο μέχρι πρότινος οι περισσότεροι μαέστροι και μουσικοί ήταν ως επί το πλείστων άντρες;
Όπως πολύ σωστά είπατε. Η όπερα είναι χώρος ανδροκρατούμενος. Ήταν και είναι ακόμα. Οι μουσικοί, οι μαέστροι, οι σκηνοθέτες ήταν ως επί το πλείστων άνδρες. Και είναι ακόμα. Όμως η όπερα ίσως είναι και από τους μοναδικούς μουσικούς χώρους όπου οι γυναίκες τον έχουν κατακτήσει δυναμικά. Οι γυναίκες ήταν ανέκαθεν πηγή έμπνευσης για όλους τους σπουδαίους δημιουργούς της όπερας και έχουν γραφτεί πολύ μεγάλοι και σπουδαίοι ρόλοι. Εξού και οι όροι primadonna και diva. Έχει λοιπόν σημαντική θέση η γυναίκα στην όπερα, παρόλο που είναι ένας ανδροκρατούμενος χώρος.






