Νέα έρευνα δείχνει ότι δεν μετρά μόνο πόση ώρα, αλλά και από ποια ηλικία τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τις οθόνες
Οι οθόνες αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας των περισσότερων οικογενειών. Από το κινητό τηλέφωνο και το tablet έως την τηλεόραση, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με ψηφιακές συσκευές ήδη από τους πρώτους μήνες της ζωής τους. Το ερώτημα όμως που απασχολεί γονείς και ειδικούς είναι ένα: Πώς επηρεάζει αυτή η έκθεση την ανάπτυξη και τη μάθηση των παιδιών;
Μια νέα διαχρονική μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό World Journal of Pediatrics, έρχεται να δώσει σημαντικές απαντήσεις. Οι ερευνητές παρακολούθησαν περισσότερα από 500 παιδιά από την ηλικία του ενός έτους έως τα 10,5 χρόνια και διαπίστωσαν ότι ο αυξημένος χρόνος μπροστά σε οθόνες, ιδιαίτερα κατά τη βρεφική ηλικία και λίγο πριν από την έναρξη του δημοτικού σχολείου, συνδέεται με χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις και ασθενέστερη μνήμη αργότερα στην παιδική ηλικία.
Η σημασία της σωστής χρονικής στιγμής
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι δεν έχει σημασία μόνο πόσο χρόνο περνά ένα παιδί μπροστά σε μια οθόνη, αλλά και σε ποια ηλικία συμβαίνει αυτό.
Οι ισχυρότερες αρνητικές συσχετίσεις παρατηρήθηκαν στην ηλικία του ενός έτους. Αντίθετα, στις ηλικίες των 2 και 3 ετών οι ερευνητές δεν εντόπισαν στατιστικά σημαντικές επιδράσεις. Ωστόσο, όταν τα παιδιά έφτασαν στην ηλικία των 6 ετών και ξεκίνησαν το σχολείο, οι αρνητικές συσχετίσεις επανεμφανίστηκαν.
Αυτό δείχνει ότι υπάρχουν συγκεκριμένες περίοδοι κατά τις οποίες ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος είναι πιο ευαίσθητος στις επιδράσεις της υπερβολικής χρήσης οθονών.
Γιατί η ηλικία του ενός έτους θεωρείται τόσο κρίσιμη;
Στην ηλικία των 12 μηνών, ο εγκέφαλος του βρέφους βρίσκεται σε μια περίοδο εξαιρετικά ταχείας δημιουργίας συνάψεων και χρειάζεται πλούσιες, αμφίδρομες, τρισδιάστατες ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις για να αναπτύξει τη γλώσσα, τη χωρική αντίληψη και την προσοχή. Οι οθόνες είναι εγγενώς μη αλληλεπιδραστικές. Όταν ένα βρέφος περνά χρόνο μπροστά σε μια οθόνη, προκαλείται αυτό που οι νευροεπιστήμονες ονομάζουν «φαινόμενο εκτόπισης» (displacement effect): ο χρόνος που θα αφιερωνόταν σε πραγματικές κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και βιωματική εξερεύνηση αντικαθίσταται από παθητική παρακολούθηση, στερώντας εμπειρίες που είναι θεμελιώδεις για την ανάπτυξη της μνήμης και της μάθησης.
Κατά τον πρώτο χρόνο ζωής, ο εγκέφαλος αναπτύσσεται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Το βρέφος μαθαίνει μέσα από την άμεση επαφή με τους γονείς του, το παιχνίδι, την εξερεύνηση του περιβάλλοντος και τη συνεχή αλληλεπίδραση.
Όταν μεγάλο μέρος αυτού του πολύτιμου χρόνου αντικαθίσταται από παθητική παρακολούθηση μιας οθόνης, μειώνονται οι ευκαιρίες για ανάπτυξη της γλώσσας, της προσοχής, της μνήμης και των κοινωνικών δεξιοτήτων. Οι επιστήμονες περιγράφουν αυτό το φαινόμενο ως «φαινόμενο εκτόπισης»: η οθόνη δεν προκαλεί απαραίτητα άμεση βλάβη, αλλά αφαιρεί χρόνο από εμπειρίες που είναι απαραίτητες για την υγιή ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Τι σημαίνει αυτό για τους γονείς;
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη δεν σημαίνει πως ένα παιδί θα παρουσιάσει αναγκαστικά μαθησιακές δυσκολίες επειδή παρακολούθησε μία ώρα περισσότερη τηλεόραση ή χρησιμοποίησε ένα tablet μια συγκεκριμένη ημέρα.
Οι επιδράσεις που καταγράφηκαν είναι κυρίως σημαντικές σε επίπεδο πληθυσμού. Δηλαδή, όταν μεγάλος αριθμός παιδιών εκτίθεται συστηματικά σε υπερβολικό χρόνο οθόνης, παρατηρείται συνολικά μια μικρή αλλά μετρήσιμη μείωση στις σχολικές επιδόσεις και στις γνωστικές λειτουργίες.
Τι συστήνουν οι διεθνείς οργανισμοί;
Οι συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής παραμένουν σαφείς:
-Καμία έκθεση σε οθόνες πριν από τους 18–24 μήνες, με εξαίρεση τη βιντεοκλήση με συγγενείς.
-Για παιδιά ηλικίας 2 έως 5 ετών, ο χρόνος οθόνης δεν θα πρέπει να ξεπερνά τη μία ώρα ημερησίως και ιδανικά να αφορά ποιοτικό εκπαιδευτικό περιεχόμενο.
-Η χρήση οθονών καλό είναι να γίνεται με την παρουσία και τη συμμετοχή των γονέων, ώστε το παιδί να κατανοεί καλύτερα όσα παρακολουθεί.





