Από το graphic design και τη φωτογραφία μέχρι τη μουσική και την εστίαση, ο Νίκος Κουτσμανής συνεχίζει να ανακαλύπτει κάθε φορά έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης

Της Αθανασίας Μπίδιου

Το να προσπαθήσεις να συστήσεις τον Νίκο Κουτσμανή με μία επαγγελματική ιδιότητα είναι μάλλον ο πιο εύκολος τρόπος να αφήσεις κάτι απ’ έξω. Graphic designer και art director, φωτογράφος και μουσικός, συνιδρυτής της Redfish και εκ των δημιουργών του Zak Bistrot και του Tennishouse, έχει περάσει περισσότερες από τρεις δεκαετίες κινούμενος ανάμεσα στην εικόνα, τον ήχο και το design, χωρίς ποτέ να αντιμετωπίζει το ένα ως παρένθεση του άλλου.

Πίσω από όλα αυτά υπάρχει η ίδια περιέργεια. Η ανάγκη να δοκιμάζει, να παρατηρεί και να ανακαλύπτει κάθε φορά έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης. Μια διάθεση που υπήρχε πολύ πριν η δημιουργικότητα γίνει επάγγελμα και που εξακολουθεί να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Νίκος Κουτσμανής δουλεύει μέχρι σήμερα.

Γεννημένος στο Παρίσι αλλά μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, αναγνωρίζει και στις δύο πόλεις ένα κομμάτι του δημιουργικού του βλέμματος. «Η μία πόλη ίσως μου έδωσε ένα βλέμμα προς τα έξω και η άλλη τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζω προς τα μέσα», λέει, περιγράφοντας το Παρίσι περισσότερο ως αισθητική επιρροή και τη Θεσσαλονίκη ως το βίωμα που τον διαμόρφωσε με τους ανθρώπους, τις εικόνες, τη θάλασσα, τις αντιθέσεις και την καθημερινότητά της.

ρΕΔ @Ελίζα Πουλτίδου

Από τα λογότυπα πάνω στο θρανίο στη Redfish

Η γραφιστική ήταν κάτι που είχε μέσα του από μικρός. Στο σχολείο σχεδίαζε πάνω στο θρανίο λογότυπα συγκροτημάτων που αγαπούσε και τον γοήτευε το πώς μερικά γράμματα ή ένα σύμβολο μπορούσαν ξαφνικά να αποκτήσουν χαρακτήρα και ταυτότητα.

Η φωτογραφία έχει μια διαφορετική, πιο προσωπική αφετηρία και τη συνδέει με τον πατέρα του. Τον θυμάται στα οικογενειακά ταξίδια με μια Kodak στο χέρι και το σπίτι γεμάτο φωτογραφικά άλμπουμ. «Ίσως από εκεί να προέρχεται και αυτή η ανάγκη που έχω να παρατηρώ τον κόσμο σαν ένα κάδρο», λέει στη Vwoman o Νίκος Κουτσμανής.

Η μουσική ήρθε αργότερα, καθαρά από περιέργεια. Ήθελε να ανακαλύψει αν όσα μέχρι τότε εξέφραζε μέσα από την εικόνα μπορούσαν να ειπωθούν και μέσα από τον ήχο. Το πρώτο του τραγούδι βρήκε ανταπόκριση που δεν περίμενε και αυτή η επικοινωνία με τον κόσμο τού έδωσε την ώθηση να συνεχίσει.

Η εστίαση, πάλι, ξεκίνησε από την επιθυμία να δημιουργήσει έναν χώρο, όπως θα ήθελε αυτός να υπάρχει: χαλαρό και σύγχρονο, αλλά με στοιχεία αρκετά διαχρονικά ώστε να μπορούν κάποτε να θεωρηθούν κλασικά. Το Zak Bistrot σχεδιάστηκε με αυτή ακριβώς τη λογική. Όχι απλώς ως ένα μέρος για φαγητό ή ποτό, αλλά ως ένας χώρος στον οποίο μπορείς να δουλέψεις, να συζητήσεις, να συναντήσεις ανθρώπους ή απλώς να μείνεις. Με παρόμοιο τρόπο ο Νίκος Κουτσμανής προσέγγισε και το Tennishouse: ως αθλητικό χώρο, αλλά και ως ένα περιβάλλον με τη δική του ταυτότητα και ενέργεια, όπου η εμπειρία δεν τελειώνει μαζί με το παιχνίδι.

Κοιτάζοντας σήμερα όλες αυτές τις διαδρομές, ο ίδιος βλέπει περισσότερο τις ομοιότητές τους παρά τις διαφορές τους. «Στη γραφιστική σχεδιάζεις μια οπτική ταυτότητα. Στη φωτογραφία επιλέγεις πώς θα δεις μια στιγμή. Στη μουσική δημιουργείς ένα συναίσθημα. Και σε έναν χώρο προσπαθείς να δημιουργήσεις μια εμπειρία», εξηγεί ο Νίκος.

Γι’ αυτό και δεν αισθάνεται ότι εγκατέλειψε ποτέ κάτι για να περάσει στο επόμενο. «Απλώς κάθε φορά προσθέτω έναν ακόμη τρόπο έκφρασης», σημειώνει και προσθέτει: «Πάντα με γοητεύει κάτι που δεν γνωρίζω και θέλω να δω τι μπορώ να κάνω με αυτό. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη. Πολλές φορές ξεκινάω επειδή θέλω να δημιουργήσω κάτι που θα ήθελα εγώ ο ίδιος να υπάρχει. Αυτό μπορεί να είναι μια εικόνα, ένα τραγούδι ή ένας χώρος.

Δεν με απασχολεί τόσο σε ποια κατηγορία ανήκει. Με ενδιαφέρει περισσότερο τι συναίσθημα δημιουργεί. Γιατί τελικά είτε σχεδιάζεις ένα λογότυπο, είτε φωτογραφίζεις, είτε γράφεις μουσική, είτε δημιουργείς έναν χώρο, προσπαθείς να επικοινωνήσεις κάτι σε έναν άλλο άνθρωπο».

Αυτό που εξακολουθεί να τον κρατά σε δημιουργική εγρήγορση είναι μια πολύ απλή ερώτηση: «Τι θα συμβεί αν δοκιμάσω κάτι που δεν έχω ξανακάνει;». Και αν υπάρχει κάτι που λειτουργεί ακριβώς αντίστροφα, το περιγράφει χωρίς περιστροφές: «Αυτό που με “ξενερώνει” δημιουργικά είναι όταν κάτι δεν εξελίσσεται».

Η ίδια περιέργεια καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο ο Νίκος Κουτσμανής παρατηρεί την καθημερινότητα. Ένα χρώμα, μια υφή, μια γραμμή ή μια σκιά μπορεί να γίνουν η αφετηρία μιας ιδέας, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει αν αυτή θα καταλήξει σε ένα γραφιστικό, μια φωτογραφία ή στη μουσική. «Με τα χρόνια εκπαιδεύεται το μάτι. Δεν κοιτάς απαραίτητα περισσότερο από τους άλλους, ίσως κοιτάς λίγο διαφορετικά. Και το ενδιαφέρον είναι ότι ποτέ δεν ξέρω πού θα καταλήξει αυτή η εικόνα. Μπορεί να γίνει η αφορμή για ένα γραφιστικό, μια φωτογραφία ή ακόμη και για κάτι στη μουσική. Η έμπνευση δεν έρχεται πάντα όταν την ψάχνεις. Συνήθως εμφανίζεται όταν είσαι διαθέσιμος να την παρατηρήσεις», τονίζει.

Τα μεγάλα projects

Στα περισσότερα από 30 χρόνια της πορείας του στο design, ο Νίκος Κουτσμανής έχει βρεθεί μπροστά σε projects με διαφορετική κλίμακα και εντελώς διαφορετικές απαιτήσεις. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το rebranding του Acropolis Rally, ένα εγχείρημα με ιδιαίτερο βάρος λόγω της ιστορίας και της αναγνωρισιμότητας του θεσμού.

Η εμπειρία, όμως, έχει μάθει στον Νίκο Κουτσμανή ότι το μέγεθος ενός project δεν καθορίζει απαραίτητα τη δημιουργική του αξία. Τα Atlas Tapes, Passas Winery, Κτήμα Αποστολίδη και Tennishouse είναι μικρότερα projects που αγαπά ιδιαίτερα για έναν διαφορετικό λόγο: την εμπιστοσύνη. Για εκείνον, όταν ο άνθρωπος απέναντι στον designer είναι πραγματικά ανοιχτός στον διάλογο και του επιτρέπει να προτείνει κάτι πέρα από το αναμενόμενο, τότε συνήθως προκύπτει και το καλύτερο αποτέλεσμα.

«Τελικά οι δουλειές που θυμάμαι περισσότερο δεν είναι απαραίτητα αυτές με το μεγαλύτερο όνομα, αλλά αυτές στις οποίες αισθάνθηκα ότι υπήρξε πραγματικός δημιουργικός διάλογος», λέει στη Vwoman ο Νίκος Κουτσμανής.

Και μετά υπάρχει το πρώτο του τραγούδι. «Εκεί δεν υπήρχε πελάτης, brief ή κάποιος συγκεκριμένος στόχος. Ήταν κάτι πολύ προσωπικό. Και μου έκανε μεγάλη εντύπωση η αποδοχή που είχε από τον κόσμο. Ίσως γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι μπορώ να επικοινωνήσω με ανθρώπους και μέσα από ένα εντελώς διαφορετικό μέσο. Αυτό ήταν κάτι που με έκανε να θέλω να εξερευνήσω ακόμη περισσότερο τη μουσική», σημειώνει.

Όλα αρχίζουν ακόμη από ένα λευκό χαρτί

Ύστερα από περισσότερα από 30 χρόνια δημιουργικής δουλειάς, αυτό που εξακολουθεί να τον ενθουσιάζει είναι το λευκό χαρτί. «Αυτή η στιγμή στην αρχή ενός project όπου υπάρχουν ακόμη όλες οι πιθανότητες ανοιχτές. Μετά από τόσα χρόνια, φυσικά έχεις περισσότερη εμπειρία και περισσότερα εργαλεία, αλλά προσπαθώ να μην αφήνω την εμπειρία να γίνεται συνταγή. Το ενδιαφέρον για μένα είναι να υπάρχει ακόμη εκείνη η μικρή αβεβαιότητα: “δεν ξέρω ακόμη πού θα καταλήξει αυτό”. Αν ξέρω από την αρχή ακριβώς ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, συνήθως σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρκετή δημιουργική πρόκληση», επισημαίνει.

Αν η Θεσσαλονίκη γινόταν σχέδιο

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς η πόλη στην οποία ο Νίκος Κουτσμανής μεγάλωσε και δημιούργησε. Είναι κομμάτι της αισθητικής του, ακόμη και με τρόπους που, όπως παραδέχεται, πιθανόν να μην αντιλαμβάνεται πάντα ο ίδιος.

«Η Θεσσαλονίκη με έχει επηρεάσει πάρα πολύ, ακόμη και σε πράγματα που πιθανόν δεν αντιλαμβάνομαι», λέει. Αυτό που τον γοητεύει περισσότερο είναι οι αντιθέσεις της: η έντονη κοινωνικότητα δίπλα σε μια σχεδόν υπόγεια εσωστρέφεια και μελαγχολία, το φως και η θάλασσα απέναντι στην πυκνότητα της πόλης, τις ατέλειες, τα παλιά κτίρια, τις τυπογραφίες και τις επιγραφές της.

«Έχει διαφορετικές εποχές που συνυπάρχουν η μία πάνω στην άλλη», παρατηρεί ο Νίκος Κουτσμανής, προσθέτοντας σε όλα αυτά και την πολυπολιτισμικότητα της, που συνέβαλε στο να γίνει μια πόλη που γεννά καλλιτέχνες. «Νομίζω ότι αυτή η αντίθεση επηρεάζει πολλά από τα έργα που δημιουργώ».

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη redfish (@nikos.koutsmanis)

Αν, όμως, του ζητούσες να συμπυκνώσει όλη αυτή την πολυπλοκότητα σε ένα σχέδιο, θα έκανε κάτι φαινομενικά παράδοξο: θα αφαιρούσε. «Αυτό άλλωστε είναι κάτι που χαρακτηρίζει και τη δουλειά μου. Μου αρέσει η αφαίρεση, το minimal, να προσπαθώ να κρατήσω μόνο ό,τι είναι πραγματικά απαραίτητο. Θα ξεκινούσα λοιπόν με μία οριζόντια γραμμή. Τον ορίζοντα και τη θάλασσα. Ίσως αυτή να είναι για μένα η πιο χαρακτηριστική γραμμή της Θεσσαλονίκης.

Μετά θα υπήρχε ένα κάθετο στοιχείο, σχεδόν σαν σημείο αναφοράς, ο Λευκός Πύργος, αλλά κι αυτός όχι σχεδιασμένος ρεαλιστικά. Περισσότερο σαν ένα απλό γεωμετρικό σχήμα. Χρωματικά θα κρατούσα μια πολύ περιορισμένη παλέτα. Το μπλε ή το γκρι-μπλε του Θερμαϊκού, το λευκό του φωτός και ίσως έναν θερμό τόνο από τα ηλιοβασιλέματα της πόλης.

Δεν θα προσπαθούσα να δείξω ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη. Θα προσπαθούσα να αφαιρέσω όσα περισσότερα μπορώ, μέχρι να μείνουν δύο-τρεις γραμμές και χρώματα και παρ’ όλα αυτά κάποιος να μπορεί να πει: “αυτό είναι Θεσσαλονίκη”», εξηγεί.

Για τον Νίκο Κουτσμανή, εκεί βρίσκεται τελικά μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προκλήσεις του design: «Πόσα μπορείς να αφαιρέσεις χωρίς να χάσεις την ταυτότητα».

@Ελίζα Πουλτίδου

Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει το design αλλά η ιδέα παραμένει ανθρώπινη

Σε μια εποχή όπου μια εικόνα μπορεί να δημιουργηθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, ο ρόλος του designer αναπόφευκτα αλλάζει. Ο Νίκος Κουτσμανής θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη ήδη μεταμορφώνει ριζικά το επάγγελμα, όχι όμως απαραίτητα με τον τρόπο που πολλοί φοβούνται.

Για χρόνια, μεγάλο μέρος της αξίας ενός designer βρισκόταν στην ικανότητά του να εκτελέσει μια ιδέα. Όσο αυτή η εκτέλεση γίνεται ταχύτερη και πιο προσβάσιμη, ο Νίκος βλέπει την πραγματική αξία να μετακινείται αλλού: στην ίδια την ιδέα, στην αισθητική κρίση, στην επιλογή, στην επιμέλεια και, κυρίως, στην ικανότητα να γνωρίζεις τι αξίζει να δημιουργηθεί.

«Η ΤΝ μπορεί να σου δώσει εκατό εικόνες σε λίγα λεπτά. Δεν μπορεί όμως να σου εγγυηθεί ότι μία από αυτές έχει λόγο ύπαρξης. Γι’ αυτό δεν τη βλέπω τόσο ως ανταγωνιστή. Τη βλέπω σαν ένα εξαιρετικά δυνατό νέο εργαλείο. Και όπως συνέβη με κάθε νέο εργαλείο που εμφανίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες, πιστεύω ότι οι δημιουργοί που θα το χρησιμοποιήσουν για να διευρύνουν τη σκέψη τους και όχι για να την αντικαταστήσουν θα είναι αυτοί που τελικά θα έχουν το μεγαλύτερο πλεονέκτημα», υπογραμμίζει.

Αναπόφευκτα ρωτάω τον Νίκο ποιο είναι το επόμενο δημιουργικό του στοίχημα. «Ίσως να αρχίσω να ενώνω όλα αυτά που έχω αγαπήσει μέχρι σήμερα», λέει. «Υπάρχουν πράγματα που θέλω να κάνω εδώ και καιρό. Θα ήθελα, για παράδειγμα, να παρουσιάσω μια ολοκληρωμένη έκθεση φωτογραφίας. Έχω ξεκινήσει ένα εικαστικό project και κάποια στιγμή να μπορέσω να παρουσιάσω και αυτή τη δουλειά σε μια έκθεση. Και υπάρχει πάντα η ιδέα μιας ταινίας μικρού μήκους, ίσως γιατί ο κινηματογράφος είναι ένα σημείο όπου μπορούν να συναντηθούν σχεδόν όλα όσα με ενδιαφέρουν: εικόνα, φωτογραφία, μουσική, σύνθεση, αφήγηση, ατμόσφαιρα.

Ίσως λοιπόν το επόμενο στοίχημα να είναι ακριβώς αυτό: να μη βλέπω πλέον όλα αυτά ως ξεχωριστές δημιουργικές δραστηριότητες, αλλά να βρω έναν τρόπο να συνομιλούν μεταξύ τους. Να δημιουργήσω κάποια στιγμή κάτι στο οποίο να μην είναι εύκολο να πεις αν είναι design, φωτογραφία, ζωγραφική, μουσική ή κινηματογράφος. Να είναι απλώς μια ολοκληρωμένη εμπειρία», καταλήγει.