Συνέντευξη της δικηγόρου Μίνας Φιλιοπούλου στη Vwoman για την Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών
της Αθανασίας Μπίδιου
Η ενδοοικογενειακή και έμφυλη βία συχνά παραμένει κρυφή πίσω από κλειστές πόρτες, αφήνοντας βαθιά τραύματα σε γυναίκες και παιδιά. Με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών, η δικηγόρος με εξειδίκευση στην ενδοοικογενειακή και έμφυλη βία και την παραβατικότητα των ανηλίκων, Μίνα Φιλιοπούλου, μιλά στη Vwoman για τα πιο συχνά σημάδια κακοποιητικών σχέσεων, τον κύκλο της βίας και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στη διαδικασία αποχώρησης από μια κακοποιητική σχέση.
Παράλληλα, αναδεικνύει τον σοβαρό αντίκτυπο της βίας στα παιδιά, ακόμη και όταν δεν είναι άμεσα θύματα, και τονίζει ότι η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση αποτελεί συχνά την πρώτη πράξη πραγματικής προστασίας τους.
Η Μίνα Φιλιοπούλου υπογραμμίζει ότι η βία δεν είναι αγάπη ούτε κάτι που πρέπει να αντέξει κανείς και στέλνει μήνυμα ελπίδας: «Δεν είστε μόνες. Υπάρχει διέξοδος. Αξίζετε μια ζωή χωρίς φόβο και αυτή η ζωή είναι εφικτή».
Η Μίνα Φιλιοπούλου είναι Πρόεδρος της Εφορευτικής Επιτροπής του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου, Μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Κεντρ. Μακεδονίας, Επιστημονική συνεργάτης στο Κέντρο Ενδυνάμωσης και Υποστήριξης Γυναικών Υπατία, Αντιπρόεδρος του Επιστημονικού Συλλόγου Μέριμνας Παιδιού και Εφήβου και Ειδ. Γραμματέας του Συλλόγου Αρωγής ΑΧΤΙΔΑ.
– Ποια είναι τα πιο συχνά σημάδια ότι μια γυναίκα βρίσκεται σε κακοποιητική σχέση, ακόμη και αν η ίδια δεν το αναγνωρίζει;
«Τα σημάδια μιας κακοποιητικής σχέσης συνήθως εμφανίζονται σταδιακά και αρκετές φορές είναι τόσο «κανονικοποιημένα» που πιθανόν η ίδια δυσκολεύεται να τα αναγνωρίσει , ιδίως αν δεν είναι επαρκώς ενημερωμένη.
Τα πιο συνηθισμένα μοτίβα είναι ο συνεχής έλεγχος: συναισθηματικός, οικονομικός, καθημερινών επιλογών (όπως για το πού βρίσκεται και με ποιον μιλά, για το πώς ντύνεται και πώς συμπεριφέρεται), οι συχνές υποτιμητικές ή απαξιωτικές συμπεριφορές. Η γυναίκα συχνά αρχίζει να νιώθει ότι «φταίει» για τη συμπεριφορά του συντρόφου της, μειώνεται η αυτοεκτίμησή της, ενώ μπορεί να παρουσιάσει άγχος, αϋπνία ή σωματικά συμπτώματα χωρίς εμφανή αιτία. Η προσπάθεια του θύτη να ασκήσει απόλυτο έλεγχο είναι συνήθως το πιο σαφές καμπανάκι.
Η προσπάθεια απομόνωσής της από φίλους, οικογένεια ή δραστηριότητες αποτελεί επίσης βασική ένδειξη και τη συναντάμε στην πλειοψηφία των περιπτώσεων κακοποιητικών σχέσεων . Η γυναίκα σταδιακά αρχίζει να μένει χωρίς υποστηρικτικό ιστό, ο οποίος θα τη βοηθούσε αφενός να αναγνωρίσει το γεγονός και αφετέρου θα στεκόταν δίπλα της στην προσπάθεια απεγκλωβισμού από τη σχέση αυτή.
Τέλος, σημαντική ένδειξη αποτελούν οι συχνές εναλλαγές συναισθημάτων από τον σύντροφο: από υπερβολική τρυφερότητα σε οργή και απειλές.
Αυτά τα μοτίβα δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο σύγχυσης, φόβου και ενοχής, που συχνά εμποδίζει τη γυναίκα να δει καθαρά ότι βιώνει κακοποίηση».
-Πόσο συχνά τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας μένουν αδήλωτα και γιατί;
«Δυστυχώς, η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα από τα πιο υποδηλωμένα εγκλήματα διεθνώς. Σημαντικό ποσοστό περιστατικών δεν φτάνουν ποτέ στις Αρχές, επειδή οι γυναίκες φοβούνται για την ασφάλειά τους και για αντίποινα, για τα παιδιά τους ή λόγω συναισθηματικής ή οικονομικής εξάρτησης από τον σύζυγο ή σύντροφό τους αλλά και λόγω των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων που επικρατούν στην κοινωνία. Συχνά νιώθουν ενοχές ή ντροπή, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου το κοινωνικό ή και το οικογενειακό περιβάλλον υποτιμά τη σημασία της συγκεκριμένης μορφής βίας, τη θεωρεί ως «οικογενειακή υπόθεση» και αποθαρρύνει την καταγγελία.
Επιπλέον, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς ή η πεποίθηση ότι «δεν θα αλλάξει τίποτα» ή ότι δεν θα τις πιστέψουν οδηγεί πολλές γυναίκες στη σιωπή. Όλα αυτά συνθέτουν μια πραγματικότητα που οδηγεί τη γυναίκα να παραμένει εγκλωβισμένη σε μία κακοποιητική σχέση, συχνά για χρόνια».
– Ποια είναι τα στάδια του κύκλου της βίας και γιατί οι γυναίκες συχνά παραμένουν στη σχέση παρά τον κίνδυνο;
«Ο κύκλος της βίας συνήθως έχει τρία στάδια: την ένταση, την έκρηξη και τη λεγόμενη “περίοδο του μήνα του μέλιτος”. Στο πρώτο στάδιο η γυναίκα αισθάνεται ότι «κάτι δεν πάει καλά», ενώ ο θύτης γίνεται ολοένα πιο ελεγκτικός και απειλητικός. Ακολουθεί η έκρηξη, δηλαδή η πραγματική πράξη βίας. Στη συνέχεια έρχεται η φάση της επίπλαστης ηρεμίας ή “περίοδος του μέλιτος”, κατά τη διάρκεια της οποίας ο δράστης είναι ίσως και υπερβολικά τρυφερός και περιποιητικός, ζητάει συγγνώμη και υπόσχεται πως θα αλλάξει. Αυτό το τρίτο στάδιο είναι εκείνο που πολύ συχνά τους δημιουργεί συναισθηματική σύγχυση και την ελπίδα ότι “ίσως αυτή τη φορά να είναι διαφορετικά” και έτσι παραμένουν στη σχέση. Επιπλέον, η ψυχολογική και οικονομική εξάρτηση, ο φόβος, η απειλή για τη ζωή ή για τα παιδιά, καθώς και η σταδιακή διάβρωση της αυτοεκτίμησής τους, δυσκολεύουν την αποχώρηση. Πολλές γυναίκες χρειάζονται επανειλημμένες προσπάθειες για να αποφασίσουν να φύγουν, κάτι που δεν δείχνει αδυναμία τους, αλλά τη σύνθετη και επικίνδυνη φύση των κακοποιητικών σχέσεων».
-Τι θα λέγατε σε μια γυναίκα που φοβάται ότι η φυγή «θα τραυματίσει τα παιδιά»;
«Θα της έλεγα ρητά και ξεκάθαρα ότι τα παιδιά ήδη τραυματίζονται — πολύ βαθύτερα απ’ όσο φαντάζεται — όταν μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον φόβου, φωνών και απειλών. Ακόμη κι αν δεν είναι άμεσα θύματα, η βία που βλέπουν, ακούν ή διαισθάνονται αφήνει βαθύ αποτύπωμα στην ψυχοσυναισθηματική τους ανάπτυξη. Η αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση είναι συχνά η πρώτη πράξη πραγματικής προστασίας των παιδιών, και όχι ασφαλώς πράξη που θα τα τραυματίσει. Είναι η κίνηση που δίνει στα παιδιά το μήνυμα ότι η βία δεν είναι αποδεκτή και ότι η μητέρα τους είναι εκεί για να τα προστατεύσει».
– Με ποιον τρόπο η ενδοοικογενειακή βία επηρεάζει τα παιδιά;
«Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλον βίας παρουσιάζουν συχνά άγχος, προβλήματα συμπεριφοράς, δυσκολίες στο σχολείο, διαταραχές ύπνου και φόβο. Η εμπειρία της βίας, ακόμη και έμμεσα, μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, τις σχέσεις και τα όρια. Πολλά παιδιά αναπαράγουν αυτά τα μοτίβα στην ενήλικη ζωή τους, είτε ως θύτες , είτε ως θύματα. Η βία δεν «μένει μέσα στο σπίτι»· χαράσσεται στην ψυχή τους και επηρεάζει τις σχέσεις τους , την αυτοεκτίμηση και την ικανότητά τους να νιώσουν ασφάλεια και άρα να αναπτυχθούν υγιώς.
Επίσης , με βάση τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. δεν λείπουν και τα φαινόμενα εξαφανίσεων παιδιών, που ως γενεσιουργό τους λόγο έχουν ένα οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο κυριαρχεί η βία και από το οποίο θέλουν να απομακρυνθούν, παίρνοντας τα ίδια την τύχη στα χέρια τους , όταν οι σημαντικοί γι’ αυτά ενήλικες δεν τα προστατεύουν.
Όλα αυτά αποτελούν απάντηση και στο προηγούμενο ερώτημα που μου θέσατε».
– Πώς η ΥΠΑΤΙΑ υποστηρίζει γυναίκες που έχουν βιώσει ενδοοικογενειακή βία;
«Η «ΥΠΑΤΙΑ» , το Κέντρο Ενδυνάμωσης και Υποστήριξης Γυναικών, που βρίσκεται στην οδό Πέτρου Συνδίκα 24 και ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 2024 από τον Δήμο Θεσσαλονίκης σε συνεργασία του με την Ιασις α.μ.κ.ε με στόχο την αντιμετώπιση του σοβαρού αυτού κοινωνικού προβλήματος , προσφέρει ένα ολοκληρωμένο δίκτυο υποστήριξης: ομαδική ή ατομική συμβουλευτική, νομική καθοδήγηση, ψυχολογική υποστήριξη , εργασιακή συμβουλευτική με συνδρομή στην σύνταξη βιογραφικού και ανεύρεσης εργασίας , παραπομπή σε άλλες υπηρεσίες με τις οποίες έχει διασυνδεθεί. Βοηθά τις γυναίκες να κατανοήσουν τα δικαιώματά τους, να σχεδιάσουν με ασφάλεια τα επόμενα βήματα και να αποκτήσουν ξανά τον έλεγχο της ζωής τους.
Σημαντικότερο κομμάτι όμως, στο οποίο δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην ΥΠΑΤΙΑ είναι η ενδυνάμωση των γυναικών μέσω πλήθους καθημερινών προγραμμάτων, ομάδων, δράσεων και διασύνδεσης μεταξύ τους για τη δημιουργία υποστηρικτικού ιστού. Η ενδυνάμωση αποτελεί το ουσιαστικότερο μέσο πρόληψης του φαινομένου και πρέπει να είναι πάντα το κυρίως ζητούμενο».

-Υπάρχουν κενά ή αδυναμίες στο ισχύον νομικό πλαίσιο;
«Τα τελευταία χρόνια το νομικό πλαίσιο για την προστασία από την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία έχει μεταρρυθμιστεί σημαντικά , προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, υπάρχει πρόβλημα στην αποτελεσματική εφαρμογή του.
Το πρώτο ζήτημα αφορά στη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη: οι νόμοι υπάρχουν, αλλά η εφαρμογή τους παραμένει συχνά αποσπασματική και εξαρτημένη από τις δυνατότητες και την ευαισθητοποίηση των φορέων. Η έλλειψη συστηματικής εκπαίδευσης των αστυνομικών και δημιουργίας ειδικών τμημάτων της Αστυνομίας σε όλη την επικράτεια, όπως και των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών οδηγεί πολλές φορές σε ανεπαρκή αξιολόγηση του κινδύνου και καθυστερήσεις στην παροχή προστατευτικών μέτρων, ενώ η επιβολή των περιοριστικών όρων δεν είναι πάντα επαρκής. Ασφαλώς και η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης, κατάσταση που δυστυχώς δεν έχει αλλάξει, παίζει σημαίνοντα ρόλο.
Ένα δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά στην προστασία των παιδιών. Παρότι η Διεθνής Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης αναγνωρίζει ξεκάθαρα τα παιδιά ως αυτόνομα θύματα της έμφυλης βίας, η ελληνική έννομη τάξη συχνά τα αντιμετωπίζει απλώς ως «μάρτυρες» της βίας μεταξύ ενηλίκων, με αποτέλεσμα να μην ενεργοποιούνται έγκαιρα οι μηχανισμοί προστασίας τους. Υπάρχουν προβλήματα στην εφαρμογή του νόμου σε ζητήματα επιμέλειας και κυρίως επικοινωνίας γονέα-τέκνων, όταν υπάρχει ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας, όπως και στην υποχρεωτική αξιολόγηση της επικινδυνότητας πριν από δικαστικές αποφάσεις που αφορούν σ’ αυτά.
Πρόβλημα αποτελεί επίσης , κάτι το οποίο δεν έχει μάλιστα καθόλου αναδειχθεί στον δημόσιο διάλογο, και το γεγονός της μη επαρκούς προώθησης του θεσμού της αναδοχής, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται παρά ελάχιστες ανάδοχες οικογένειες για βραχεία αναδοχή παιδιών, στις οποίες τα παιδιά θα μπορούσαν να τοποθετηθούν για λίγες μέρες μέχρις ότου η μητέρα τους προχωρήσει στις αναγκαίες ενέργειες και διαμορφώσει τις συνθήκες για να τα πάρει ξανά μαζί της. Επίσης, η συνεχιζόμενη σύγχυση που επικρατεί για το τι σημαίνει η αναδοχή και τα είδη της, επίσης δεν βοηθάει , καθώς δημιουργεί φόβο στις μητέρες ότι δι’ αυτού του τρόπου «θα τους πάρουν τα παιδιά τους».
Επιπλέον, η συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών (αστυνομίας, κοινωνικών δομών, εισαγγελέων, σχολείων και υπηρεσιών υγείας) παραμένει αδύναμη και χωρίς ένα ενιαίο πρωτόκολλο. Αυτό οδηγεί σε ασυνέχεια στις παρεμβάσεις και συχνά αφήνει τα θύματα να πλοηγούνται μόνα τους σε ένα δύσκαμπτο και πολύπλοκο σύστημα. Η απουσία ολοκληρωμένου Μητρώου περιστατικών και ενιαίας καταγραφής τους δυσχεραίνει τη δημιουργία σαφούς εικόνας για το φαινόμενο και άρα και τον σχεδιασμό αποτελεσματικών πολιτικών. Τέλος, η υποστήριξη των θυμάτων είναι ανεπαρκής , ειδικά σε περιοχές εκτός μεγάλων αστικών κέντρων και άνισα κατανεμημένη γεωγραφικά.
Οι δομές φιλοξενίας δεν είναι αριθμητικά επαρκείς, η ψυχοκοινωνική στήριξη, λόγω υποστελέχωσης των υπηρεσιών, το ίδιο, ενώ και η νομική βοήθεια για μερίδα των γυναικών δύσκολα προσβάσιμη , γεγονός που τις αποθαρρύνει από το να καταγγείλουν τα περιστατικά.
Επομένως, τα κενά δεν αφορούν στο γράμμα του νόμου, αλλά κυρίως στην εφαρμογή του, στη θεσμική κουλτούρα, στις υφιστάμενες υποδομές και στο ανεπαρκές προσωπικό , καθώς και στη λειτουργική διασύνδεση των φορέων. Χρειαζόμαστε ένα πιο ολιστικό , συνεκτικό, πρακτικό και ανθρωποκεντρικό σύστημα, που να στηρίζει πραγματικά τα θύματα και να προλαμβάνει ουσιαστικά τη βία, αντί να περιορίζεται στην τιμωρία της εκ των υστέρων».
-Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει στη δημόσια συζήτηση για να μειωθεί η έμφυλη βία;
«Τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση έχει βελτιωθεί και το ζήτημα αυτό, που άλλοτε θεωρείτο ιδιωτική υπόθεση αναγνωρίζεται πλέον ως κοινωνικό και θεσμικό πρόβλημα. Ωστόσο, συχνά παραμένει αντιδραστική και περιστασιακή, ανάλογη της επικαιρότητας, χωρίς να εμβαθύνει σε ζητήματα πρόληψης και θεσμικών μεταρρυθμίσεων.
Χρειάζεται να περάσουμε από τη συγκίνηση στη γνώση, από την αγανάκτηση στη συστηματική εκπαίδευση και από την περιστασιακή προβολή στη συνεχή πρόληψη.
Η κοινωνία πρέπει να μιλήσει ανοιχτά για τις ρίζες της έμφυλης βίας: για τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, για τις προσδοκίες, για την κουλτούρα της σιωπής.
Να απομυθοποιηθούν οι «ιδιωτικές υποθέσεις», να εκπαιδευτούν οι νέοι στην ισότητα των φύλων και στον σεβασμό και να ενισχυθεί ο δημόσιος λόγος που δεν ενοχοποιεί τα θύματα, αλλά ενθαρρύνει την αναζήτηση βοήθειας».
-Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να στείλετε σε γυναίκες που βρίσκονται σήμερα σε κακοποιητικές σχέσεις;
«Δεν είστε μόνες. Δεν φταίτε. Και υπάρχει διέξοδος, ακόμη κι αν τώρα μοιάζει μακρινή ή αδύνατη. Η βία δεν είναι αγάπη, δεν είναι «λάθος συμπεριφορά», δεν είναι κάτι που πρέπει να αντέξετε. Υπάρχουν άνθρωποι και φορείς έτοιμοι να σας στηρίξουν με ασφάλεια και χωρίς κριτική. Το πρώτο βήμα είναι να μιλήσετε σε κάποιον που εμπιστεύεστε. Το δεύτερο είναι να θυμηθείτε ότι αξίζετε μια ζωή χωρίς φόβο. Και αυτή η ζωή είναι εφικτή».





