Η βαρεμάρα δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά μια σημαντική ευκαιρία για το παιδί να αναπτύξει δημιουργικότητα και αυτονομία
«Μαμά, βαριέεεεμαι…!» Την ίδια σχεδόν σκηνή ζουν καθημερινά χιλιάδες γονείς: το παιδί να πλησιάζει και να λέει «βαριέμαι» και τον γονιό να μπαίνει σχεδόν αυτόματα σε διαδικασία εύρεσης λύσης. Μια δραστηριότητα, ένα παιχνίδι, μια βόλτα, μια οθόνη, κάτι που θα γεμίσει τον χρόνο και θα εξαφανίσει άμεσα αυτή τη συνθήκη.
Στην πράξη, η αντίδραση αυτή συχνά δεν αφορά μόνο το παιδί, αλλά και τον ίδιο τον γονιό, ο οποίος μπορεί να νιώσει ότι η βαρεμάρα σημαίνει αποτυχία οργάνωσης, έλλειψη ερεθισμάτων ή ανεπαρκή απασχόληση. Έτσι, η ανάγκη για «λύση» γίνεται σχεδόν άμεση και αυτονόητη.
Ωστόσο, ειδικοί στην παιδική ανάπτυξη επισημαίνουν ότι η βαρεμάρα δεν αποτελεί απαραίτητα αρνητικό στοιχείο στην καθημερινότητα των παιδιών, ούτε ένδειξη ότι κάτι λείπει από το περιβάλλον τους. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί μια φυσιολογική συνθήκη παύσης από τη συνεχή ροή ερεθισμάτων και δραστηριοτήτων.
Όπως σημειώνεται, η βαρεμάρα εμφανίζεται συνήθως όταν το παιδί δεν έχει άμεση εξωτερική κατεύθυνση και καλείται να διαχειριστεί μόνο του τον χρόνο του. Παρότι αυτό μπορεί αρχικά να προκαλεί δυσφορία ή ανησυχία, αποτελεί στην πραγματικότητα ένα στάδιο στο οποίο το παιδί αρχίζει σταδιακά να αναζητά εσωτερικά ερεθίσματα και εναλλακτικές μορφές απασχόλησης.
Στην αρχή, το παιδί ενδέχεται να εκφράσει έντονα τη δυσαρέσκειά του ή να επιμείνει ότι «δεν έχει τίποτα να κάνει». Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και εφόσον δεν υπάρξει άμεση εξωτερική παρέμβαση, συχνά παρατηρείται μια σταδιακή μετατόπιση προς πιο δημιουργικές ή αυτόνομες δραστηριότητες, όπως παιχνίδι με αντικείμενα του σπιτιού, ζωγραφική, κατασκευές ή ελεύθερη φαντασία.
Η καθημερινότητα των παιδιών και ο ρόλος των ερεθισμάτων
Η σύγχρονη καθημερινότητα των παιδιών χαρακτηρίζεται από αυξημένο αριθμό οργανωμένων δραστηριοτήτων, σχολικές υποχρεώσεις, μετακινήσεις και συνεχή έκθεση σε ψηφιακά μέσα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο χρόνος χωρίς δομή ή εξωτερικό ερέθισμα να είναι περιορισμένος. Σε αυτό το πλαίσιο, η βαρεμάρα δεν αποτελεί συχνή εμπειρία, γεγονός που δυσκολεύει αρκετά παιδιά στο να τη διαχειριστούν. Η απουσία συνεχούς εναλλαγής δραστηριοτήτων δημιουργεί, σε αρκετές περιπτώσεις, αμηχανία, η οποία όμως σταδιακά μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο ανάπτυξης αυτορρύθμισης και δημιουργικότητας.
Σύμφωνα με παιδαγωγικές προσεγγίσεις, ο ρόλος του γονέα σε αυτές τις στιγμές δεν είναι απαραίτητα η άμεση «λύση» της κατάστασης, αλλά η διατήρηση ενός πλαισίου ασφάλειας μέσα στο οποίο το παιδί μπορεί να εξερευνήσει μόνο του τις επιλογές του.
Μια απλή αναγνώριση του συναισθήματος, όπως ότι είναι φυσιολογικό να βαριέται, και η παρότρυνση να παρατηρήσει τον χώρο του ή να επιλέξει μόνο του τι θα κάνει, μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά, χωρίς να ακυρώνει την εμπειρία της βαρεμάρας.
Η αξία της βαρεμάρας στην ανάπτυξη δεξιοτήτων
Παρότι συχνά αντιμετωπίζεται ως κάτι αρνητικό, η βαρεμάρα φαίνεται να συνδέεται με την ανάπτυξη σημαντικών δεξιοτήτων, όπως η δημιουργικότητα, η αυτονομία και η ικανότητα διαχείρισης του χρόνου χωρίς εξωτερική καθοδήγηση.
Με αυτόν τον τρόπο, η «κενή» στιγμή δεν αποτελεί απαραίτητα πρόβλημα προς επίλυση, αλλά μια ευκαιρία για το παιδί να αναπτύξει τρόπους να απασχολεί τον εαυτό του, να σκέφτεται και να δημιουργεί με βάση τα δικά του εσωτερικά ερεθίσματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η βαρεμάρα παύει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί άμεσα και αρχίζει να αναγνωρίζεται ως μέρος της φυσιολογικής αναπτυξιακής διαδικασίας του παιδιού.





