Τον Φεβρουάριο του 2027 ξεκινούν τα γυρίσματα για τη φιλόδοξη παραγωγή «Madre – Μάνα» της Μιμής Ντενίση, που μας ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη του 1923 και του 1943
Η Θεσσαλονίκη γίνεται το φυσικό σκηνικό για το «Madre – Μάνα», τη νέα φιλόδοξη σειρά της Μιμής Ντενίση, που θα μεταφέρει στην οθόνη δύο καθοριστικές περιόδους της ιστορίας της πόλης, το 1923 και το 1943. Και για να αποδοθεί όσο το δυνατόν πιο αυθεντικά η ατμόσφαιρα της εποχής, η παραγωγή επιλέγει πραγματικούς χώρους αντί για τηλεοπτικά στούντιο. Το «Madre – Μάνα» φιλοδοξεί έτσι όχι απλώς να έχει τη Θεσσαλονίκη ως φόντο, αλλά να την αναδείξει σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας.
Για τη Μιμή Ντενίση, άλλωστε, η σειρά αποτελεί ένα «όνειρο ζωής». Πρόκειται για μία από τις πιο φιλόδοξες και ακριβές παραγωγές της ελληνικής τηλεόρασης, η οποία αναμένεται να προβληθεί στις αρχές του φθινοπώρου του 2027. Κατά την παρουσία της στο Μουσείο Φωτογραφίας, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, η ίδια μίλησε αναλυτικά για το νέο της εγχείρημα, ενώ αποκάλυψε ότι έχει στα σκαριά και δύο νέα θεατρικά projects, χωρίς προς το παρόν να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες.
Ο προϋπολογισμός μόνο για τα πρώτα δέκα επεισόδια του «Madre – Μάνα» φτάνει, σύμφωνα με την ίδια, τα 5,8 εκατομμύρια ευρώ, με τη δημιουργό να εκφράζει τη χαρά της για τη στήριξη της ΕΡΤ. Παράλληλα, υπάρχει η προοπτική η σειρά να ταξιδέψει αργότερα και εκτός Ελλάδας, με την ίδια να εύχεται να φτάσει ακόμη και στο Netflix.
Από το 1943 πίσω στο 1923
Στην καρδιά της σειράς βρίσκεται η Φιλιώ, μια γυναίκα μέσα από την οποία συναντώνται δύο διαφορετικές εποχές της Θεσσαλονίκης. Η ιστορία ξεκινά το 1943, όταν η κεντρική ηρωίδα βρίσκεται αντιμέτωπη με τον διωγμό των Εβραίων της πόλης. Όσα βλέπει και βιώνει την οδηγούν είκοσι χρόνια πίσω, στο 1923, όταν είχε φτάσει και η ίδια στη Θεσσαλονίκη ως πρόσφυγας.
Μέσα από την προσωπική της διαδρομή, το «Madre – Μάνα» επιχειρεί να μιλήσει για τον ξεριζωμό, την προσφυγιά, τη μνήμη, αλλά και για τις διαφορετικές κοινότητες που διαμόρφωσαν την ταυτότητα της Θεσσαλονίκης.
«Το “Madre – Μάνα” είναι για εμένα ένα όνειρο», είπε η Μιμή Ντενίση, εξηγώντας ότι η αγάπη της για τη Θεσσαλονίκη, σε συνδυασμό με όσα ανακάλυψε μελετώντας την ιστορία της, αποτέλεσαν βασικό κίνητρο για τη δημιουργία της σειράς.
Η ίδια θεωρεί ότι σημαντικά κεφάλαια της ιστορίας της Βόρειας Ελλάδας δεν έχουν αναδειχθεί όσο τους αξίζει. «Βλέπουμε μια Αθήνα με την οποία ασχολούμαστε συνεχώς και αγνοούμε τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη και τη Θράκη», επισήμανε, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις ιστορίες των προσφύγων.
Πίσω από την ιστορία της Φιλιώς υπάρχει και ένα ευρύτερο μήνυμα που η Μιμή Ντενίση θέλει να περάσει μέσα από τη σειρά. «Οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους και, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα αυτό δεν μας έχει γίνει μάθημα», ανέφερε.
Τα σημεία της Θεσσαλονίκης όπου θα γίνουν τα γυρίσματα
Η επιλογή των χώρων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της παραγωγής. Αντί για στούντιο, η ομάδα του «Madre – Μάνα» θα χρησιμοποιήσει πραγματικά σημεία της Θεσσαλονίκης, ώστε η εικόνα της σειράς να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πόλη εκείνων των δεκαετιών.
Ανάμεσα στις τοποθεσίες που έχουν επιλεγεί βρίσκονται η ΧΑΝΘ, ο Άγιος Δημήτριος, το Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης και ο σιδηροδρομικός σταθμός, καθώς και προσφυγικές αυλές και χώροι όπου στεγάστηκαν τα πρώτα εβραϊκά σχολεία.
Για τις ανάγκες της παραγωγής απαιτείται μεγάλος αριθμός ειδικών αδειών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εμβληματικά τοπόσημα όπως ο Λευκός Πύργος. Παράλληλα, τα γυρίσματα δεν θα περιοριστούν στη Θεσσαλονίκη, καθώς σκηνές θα πραγματοποιηθούν και στην παλιά πόλη της Ξάνθης και στη Βέροια.
Στο εγχείρημα συμμετέχουν η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, οι δήμοι Θεσσαλονίκης, Ξάνθης και Βέροιας, αλλά και ιδιώτες που έχουν παραχωρήσει χώρους ή έχουν βοηθήσει την παραγωγή.
«Όταν παίρνεις την ευθύνη να παρουσιάσεις την ιστορία μιας πόλης και μιας κοινότητας, πρέπει ιστορικά να είσαι ακριβής. Γι’ αυτό και είχαμε τόσο ακριβό μπάτζετ», εξήγησε η Μιμή Ντενίση.
Εκεί όπου η σημερινή εικόνα της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί να μεταμορφωθεί εύκολα στην πόλη μιας άλλης εποχής, θα επιστρατευτεί και η τεχνολογία. Όπως αποκάλυψε, θα αξιοποιηθεί τεχνητή νοημοσύνη, μεταξύ άλλων στην περιοχή της Ροτόντας, ώστε να αναπαρασταθούν στοιχεία που έχουν χαθεί από τη σύγχρονη πόλη, όπως η συγκοινωνία με τραμ.

22 επεισόδια, 1.000 σελίδες σεναρίου και 500 κομπάρσοι
Το μέγεθος της παραγωγής αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Τα γυρίσματα αναμένεται να ξεκινήσουν στις αρχές Φεβρουαρίου, με τα πρώτα δέκα επεισόδια να γυρίζονται μέσα σε περίπου τέσσερις μήνες. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει ο δεύτερος κύκλος, ο οποίος θα αποτελείται από ακόμη 12 επεισόδια.
Μέχρι στιγμής έχουν γραφτεί συνολικά 22 επεισόδια, με το σενάριο να φτάνει περίπου τις 1.000 σελίδες, ενώ στα γυρίσματα υπολογίζεται ότι θα συμμετάσχουν περίπου 500 κομπάρσοι.
Πίσω από τον μεγάλο όγκο του σεναρίου βρίσκεται και μια εκτεταμένη ιστορική έρευνα. Η προετοιμασία δεν περιορίστηκε στα μεγάλα γεγονότα της εποχής, αλλά έφτασε μέχρι τις οικογένειες, τα ονόματα, τους δρόμους και τα σοκάκια της παλιάς Θεσσαλονίκης. «Δεν είναι απλά ένα σενάριο, έχει γίνει ιστορική έρευνα», τόνισε.
«Η Ιστορία είναι σαν τον πρώτο έρωτα»
Η σχέση της με την Ιστορία δεν είναι καινούργια. Όπως είπε, η Αρχαιολογία ήταν η πρώτη σχολή που είχε επιλέξει και το ενδιαφέρον της για το παρελθόν εξακολουθεί να την ακολουθεί μέχρι σήμερα.
«Η Ιστορία είναι σαν τον πρώτο έρωτα, δεν σε εγκαταλείπει ποτέ», ανέφερε.
Η συζήτηση δεν έμεινε μόνο στο «Madre». Η Μιμή Ντενίση μίλησε και για όσα θεωρεί ότι λείπουν σήμερα από την Ελλάδα, κάνοντας λόγο για «έλλειψη οράματος» και για ανάγκη μεγαλύτερης επαφής με την ιστορία της χώρας.
Αναφέρθηκε ακόμη στη μεγάλη επιρροή των μέσων μαζικής ενημέρωσης και στη διαρκή ενασχόληση της σύγχρονης βιομηχανίας του θεάματος με τη νεότητα και την εξωτερική εμφάνιση. Στον αντίποδα, όπως είπε, βλέπει στην Ελλάδα ένα κοινό που εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την αλήθεια και την ιστορία του τόπου του.
Στο ίδιο πλαίσιο έκανε αναφορά και στον Κρίστοφερ Νόλαν, φέρνοντας ως παράδειγμα το ενδιαφέρον ξένων δημιουργών να στρέψουν την κάμερά τους στην Ελλάδα και την ιστορία της. Η αναφορά της έγινε με αφορμή τον προβληματισμό της για το κατά πόσο οι ίδιοι οι Έλληνες δημιουργοί αξιοποιούν και αναδεικνύουν αντίστοιχα την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της χώρας.
Στάθηκε, τέλος, και στον τρόπο με τον οποίο διδάσκεται σήμερα η Ιστορία στα σχολεία, συνδέοντας την απομάκρυνση από την ιστορική γνώση με ένα ευρύτερο πρόβλημα παιδείας.
«Λείπει το όραμα και άνθρωποι που αγαπάνε τη χώρα», είπε χαρακτηριστικά.





