Η χαρισματική συγγραφέας με αφορμή το νέο της βιβλίο “Οι φωνές της Πολυνίκης”, μιλάει για τη γυναικεία φύση και τα στερεότυπα με φόντο τη Θεσσαλονίκη του 1950.
Της Σοφίας Αποστολίδου
Έχετε αναλογιστεί ποτέ πώς ήταν για μία γυναίκα να προσπαθεί να κάνει πράξη τα όνειρά της και να κερδίσει την επαγγελματική της καταξίωση στη Θεσσαλονίκη του 1950, τότε που ακόμα η Τσιμισκή ήταν δρόμος διπλής κατεύθυνσης και η επιλογή για τις γυναίκες ήταν μονόδρομος; Σε αυτή τη δύσκολή εποχή, η Πολυνίκη, η νέα ηρωίδα της ταλαντούχας συγγραφέως Κωνσταντίας Κοζανίτου, προσπαθεί να κερδίσει όλα όσα της αξίζουν και συγκρούεται κυρίως με τις γυναίκες της ζωής της. Οι σκέψεις της γίνονται φωνές και μετουσιώνονται στις σελίδες του βιβλίου: “Οι φωνές της Πολυνίκης”, μέσα στο οποίο η Πολυνίκη αφηγείται την πολυτάραχη ζωή της και αφήνει κι άλλες φωνές να μιλήσουν για την ίδια. Με αφορμή το νέο της βιβλίο, η Κωνσταντία Κοζανίτου μοιράζεται τον τρόπο που μέσα από μία φράση βιώνει μια ιστορία που στη συνέχεια γίνεται βιβλίο. Μιλάει για τα αρχέγονα γυναικεία πρότυπα, όπως αυτό της νύφης-πεθεράς και το αέναο ερώτημα αν τελικά μία μητέρα ξέρει πράγματι τι είναι καλό για το παιδί της. Τέλος μας καλεί να περιηγηθούμε στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1950 μέσα από τις σελίδες του βιβλίου “Οι φωνές της Πολυνίκης” και να γράψουμε εμείς στην ιστορία το τέλος που επιθυμούμε.

Πώς ξεκίνησε το ταξίδι σας στο μαγικό κόσμο της συγγραφής;
Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου αγαπούσα πολύ τα βιβλία, σχολικά, επιστημονικά και λογοτεχνικά, ποίηση και πεζογραφία, κυρίως. Λόγω σπουδών στην Αγγλική Φιλολογία, κλάδος της Φιλοσοφικής Σχολής, επικεντρώθηκα, αρχικά, στην Αγγλική και Αμερικανική Λογοτεχνία αλλά και στην Ελληνική γλώσσα και Ιστορία παράλληλα. Με ποιήματα και μικρά διηγήματα εκφράστηκαν οι πρώτες μου συγγραφικές ανησυχίες. Εν τούτοις, μια ιστορία ήταν γραμμένη στο μυαλό μου από τα μικράτα μου∙ το ταξίδι της οικογένειας της μητέρας μου, το 1941, από τη Θράκη στα Ιεροσόλυμα. Κίνητρο και εσωτερική ανάγκη, παρακαταθήκη για τα παιδιά μου, πραγματώθηκαν στο πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Μια ανάσα η ζωή» και υπότιτλο Θεσσαλονίκη – Μικρασία-Ιεροσόλυμα με τις εκδόσεις Κέδρος.
Τι αγαπάτε περισσότερο κατά τη συγγραφή ενός βιβλίου;
Στα μέχρι τώρα συγγραφικά μου πονήματα η ιδέα, ο σκελετός της ιστορίας υπάρχει στο νου μου από την αρχή. Με το ξεκίνημα όμως, γράφοντας την πρώτη φράση, αρχίζω να βιώνω μια συναρπαστική εμπειρία. Σαν να χάνομαι και να βρίσκομαι σε άλλο χωροχρόνο. Με τη δόμηση των χαρακτήρων, ξεδιπλώνοντας την πλοκή, η γραφή με οδηγεί από μόνη της σε δικά της μονοπάτια. Νιώθω ότι ζω μαζί με τους ήρωες. Ξυπνάω και κοιμάμαι με την συντροφιά τους. Ο ‘συνωστισμός’ , π.χ. η Αθανασία, ο Τάκης στο πρώτο μου βιβλίο, η Πολυνίκη, ο Ζήσης, στο δεύτερο, η εισβολή τους στην καθημερινότητά μου, η στιγμή που βρίσκω τη ‘φωνή’ τους και τέλος η γοητεία της επιλογής των λέξεων όπως και του ρυθμού τους μέσα στις προτάσεις συνιστούν τα στοιχεία μιας μοναδικής ονειρικής μου κατάστασης.

Στο νέο σας βιβλίο “οι φωνές της Πολυνίκης”, η Πολυνίκη αφηγείται την πολυτάραχη ζωή της με φόντο ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη Θεσσαλονίκη, όπως η απελευθέρωση της πόλης από τους Γερμανούς, ο Εμφύλιος, η δύσκολη δεκαετία του ’50, η περίοδος της Xούντας, η Μεταπολίτευση. Τι σας ενέπνευσε να γράψετε το συγκεκριμένο βιβλίο;
Ο πολυσύνθετος χαρακτήρας της Πολυνίκης, η ιδιοσυγκρασία της, οι δύσκολες καταστάσεις που αντιμετώπισε στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο -πρωτοπόρος με τις αποφάσεις της για επαγγελματική ανέλιξη- οι αντιδράσεις της στον έρωτα, στον θάνατο, στις ασθένειες, είτε σωματικές είτε ψυχικές, στη μοίρα και στα γονίδια που κουβαλούσε και τέλος στις διαχρονικές οικογενειακές συγκρούσεις που βίωσε. Θα μπορούσε άραγε να ήταν διαφορετική η πορεία της αν ζούσε στη δική μας εποχή; Αν συναντούσε διαφορετικούς ανθρώπους; Τι θα έκανε μια άλλη γυναίκα ίσως κι εγώ αν ήμασταν στη θέση της;
Τι νέο ανακαλύψατε για τη γυναικεία φύση πλάθοντας το χαρακτήρα της Πολυνίκης;
Επιβεβαιώνοντας το χιλιοειπωμένο μια γυναίκα όλα τα μπορεί και καταφέρνει να αντέξει όλα όσα δεινά της αναλογούν, αναπτύσσω τη θεωρία μου ότι μια μητέρα, σχεδόν πάντα, κάνει τα πάντα για το καλό των παιδιών της. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποιο είναι αυτό ‘το καλό’. Το πραγματικό για εκείνα ή αυτό που θεωρεί η ίδια ότι τα κάνει ευτυχισμένα; Το οξύμωρο που ανακάλυψα και θέλησα να αναδείξω είναι ότι η Πολυνίκη καταλήγει να φέρεται πανομοιότυπα με την γυναίκα με την οποία η ίδια συγκρούστηκε. Σαν αρχέγονα στερεότυπα, νύφη και πεθερά αλλάζουν ρόλους με διαφορετικά όμως αίτια και αιτιατά.

Η Πολυνίκη “ακούει” πολλές φωνές που επηρεάζουν τη ζωή της, όπως εκείνη της σκληρής αδελφής της, της κακοπαθημένης μάνας της, του αμφιλεγόμενου πατέρα της, του πρoστάτη νονού της. Τι είναι εκείνο που τελικά φωνάζει δυνατά η Πολυνίκη προς όλους αυτούς και τι προς την ίδια τη ζωή;
Προσπαθεί να δείξει πόσο διαφορετική, έξυπνη και πολυτάλαντη είναι, πόσο πιο μπροστά από την εποχή της σκέφτεται, πόσο θέλει να απαλλαγεί από τα βαρίδια που οικογένεια, κοινωνία και πολιτικές καταστάσεις την εμποδίζουν να εκπληρώσει τα όνειρά της, πόσο πολύ αγάπησε και αγαπήθηκε, αλλά και πόσο η ζωή δεν της φέρθηκε όπως πίστευε ότι της άξιζε.
Τελικά τι είναι εκείνο που βοηθά την Πολυνίκη να ισορροπήσει όταν όλα γύρω της καταρρέουν;
Ζητάει βοήθεια από έναν άνθρωπο, το νονό της, τον φύλακα άγγελό της Παρασκευά, που πιστεύει στις ικανότητές της, την στηρίζει έκτοτε και γίνεται στυλοβάτης της ζωής της.

Ποια εικόνα και ποιο συναίσθημα θα θέλατε να πάρουν μαζί τους οι αναγνώστες στο τέλος της ιστορίας της Πολυνίκης;
Εξαρτάται από τι θέλει να αποκομίσει ο αναγνώστης και τις προσλαμβάνουσές του. Σε πρώτη ανάγνωση, η πολυτάραχη ζωή μιας γυναίκας σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που θα μπορούσε να έχει συναντήσει στο άμεσο ή ευρύτερο περιβάλλον ή και τα προβλήματα που διέπουν την οικογένεια του ελληνικού κοινωνικού ιστού. Σε δεύτερη, η ευαισθητοποίηση, τροφή για σκέψη στον αναγνώστη πώς εξωτερικοί και γονιδιακοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την ζωή των ανθρώπων αφενός και αφετέρου πόσο έρωτας, οικογένεια, ρίζες, αρχές και αξίες μπορούν να συμπορευθούν. Η Πολυνίκη πάλεψε να διεκδικήσει όλα όσα πίστευε. Ερωτεύτηκε, αγαπήθηκε, αγάπησε τα παιδιά της πολύ, αλλά και το χρήμα, την προβολή στον αντίποδα. Προσπάθησε πολύ για τα θέλω της. Προδόθηκε δεν προδόθηκε; Από τη μοίρα, από τους ανθρώπους; Της άξιζε το τέλος της; Έδωσα την δική μου εκδοχή. Αφήνω τον αναγνώστη να γράψει το δικό του τέλος.

INFO:
Λίγα λόγια για το βιβλίο…
«Άκου να δεις, δεν μ’ αρέσουν τα πολλά λόγια. Με βρήκες στην ανάγκη και σ’ ακολούθησα. Αύριο θα κάνουμε τη δουλειά και θα χαιρετηθούμε. Εντάξει; Και για να συνεννοούμαστε, με λένε Πολυνίκη».
Η Πολυνίκη αφηγείται την πολυτάραχη ζωή της ή αφήνει κι άλλες φωνές να μιλήσουν για την ίδια. Οι συγκρούσεις με την οικογένειά της, η σκληρή αδελφή, η κακοπαθημένη μάνα, ο αμφιλεγόμενος πατέρας, ο προστάτης νονός της διαμορφώνουν τον χαρακτήρα της.
Η νεαρή γυναίκα αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην επαγγελματική της ανέλιξη, ενώ συγχρόνως ζει τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Και ενώ όλα μοιάζουν ιδανικά, η χρυσόσκονη σκορπίζει και χάνεται, ο καθρέφτης γίνεται χίλια κομμάτια και όλα γύρω της ανατρέπονται.
Πίσω από την προσωπική της ιστορία αναφαίνονται τα ιστορικά γεγονότα: η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, ο Εμφύλιος, η δύσκολη δεκαετία του ’50, η περίοδος της Xούντας, η Μεταπολίτευση, οι ραγδαίες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές στην Ελλάδα. Η ηρωίδα βιώνει συνταρακτικές εξελίξεις και κάνει προσωπικές επιλογές που τη σημαδεύουν. Αδύναμο πιόνι, αποδέκτης άλλων φωνών και φύλακας ανομολόγητων μυστικών, σκοινοβατεί ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, στο συνειδητό και στο ασυνείδητο.
Θα καταφέρει τελικά να ισορροπήσει; Να νικήσει τη μοίρα και να επιβληθεί σε ό,τι την καθορίζει προδιαγράφοντας την πορεία της;
Μάθετε περισσότερα για το βιβλίο ΕΔΩ

INFO 2:
Μάθετε περισσότερα για το πρώτο βιβλίο της Κωνσταντίας Κοζανίτου ΕΔΩ





