Μέσα από την έρευνα δύο δημοσιογράφων, οι Θεσσαλονικείς και όσοι αγαπούν την πόλη μπορούν να μάθουν ιστορίες της, ξεφυλλίζοντας ένα συναρπαστικό βιβλίο

της Κικής Τσάνη

Η Θεσσαλονίκη είναι μία πόλη που δεν στερεύει από ιστορίες. Άλλες συναρπαστικές κι άλλες στενάχωρες, μερικές γεμάτες συναισθήματα κι κάποιες πιο διδακτικές, όλες έχουν να προσφέρουν κομμάτια της που πάντα παρουσιάζουν ενδιαφέρον.

Ξεφεύγοντας από τον… στεγνό όρο της λέξης «ιστορία» και προσεγγίζοντας τον πολιτισμικό και κοινωνικό θησαυρό της πόλης με μία πιο ερευνητική ματιά, δύο γυναίκες δημοσιογράφοι, η Μαρία Ριτζαλέου και η Ισμήνη Μπαλαλέ, ανέλαβαν ένα ιδιαίτερο εγχείρημα. Να βρουν γνωστά ή πιο μυστηριώδη κομμάτια της Θεσσαλονίκης και να τα ξεκλειδώσουν, παρουσιάζοντας κάθε Κυριακή μέσω της Voria.gr, τις Ιστορίες Παλιάς Θεσσαλονίκης.

Η απήχηση που είχαν στους αναγνώστες, η λαχτάρα με την οποία περίμεναν οι κάτοικοι ή οι λάτρεις της πόλης να μάθουν περισσότερα για αυτήν και το ίδιο το βάθος των ιστοριών, οδήγησαν στην κυκλοφορία του ομώνυμου βιβλίου, που μας συστήνει μία Θεσσαλονίκη μέσα από κτήρια, ανθρώπους αλλά και γεγονότα που σημάδεψαν την πόλη.

Συνομιλώντας με την Ισμήνη Μπαλαλέ, μία από τις δημοσιογράφους που επιμελήθηκαν το ιδιαίτερο αυτό project, μπορεί εύκολα κανείς να καταλάβει ότι και η ίδια μαγεύτηκε και αυτήν τη… μαγεία τη μετέφερε στην πένα της, για να έχουμε εμείς την ευκαιρία να μάθουμε την πόλη υπό ένα άλλο πρίσμα. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, η Ισμήνη αγκάλιασε τις ιστορίες της πόλης με σεβασμό και ενδελεχή έρευνα και παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε στη Θεσσαλονίκη, μέσα από αυτό το ταξίδι, γνώρισε τον τόπο της πιο βαθιά και ουσιαστικά, κάτι που όπως επισημαίνει και η ίδια, διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο που τον βλέπει σήμερα.

Αν και ο δρόμος πλέον την οδήγησε στην Αθήνα, η ίδια νοσταλγεί τη θάλασσα και την οικειότητα των ανθρώπων της Θεσσαλονίκης και μιλώντας στη Vwoman ξεδιπλώνει με πολλή αγάπη τις δικές της «Ιστορίες της Παλιάς Θεσσαλονίκης».

Η έρευνα, οι προκλήσεις και το… ωραίο στιλ

«Η ιδέα ξεκίνησε στη λογική τού να βρούμε με τη Μαρία Ριτζαλέου γνωστές ή λιγότερο γνωστές ιστορίες της Θεσσαλονίκης, είτε αυτό έχει να κάνει με κτήρια είτε με συλλόγους, οργανώσεις ή άτομα, τα οποία άφησαν ένα στίγμα στην πόλη. Και όσο πιο πολύ μπλεκόμασταν σε αυτή τη διαδικασία και ψάχναμε, για παράδειγμα, την ιστορία των κτηρίων που βλέπαμε περπατώντας στον δρόμο, καταλάβαμε ότι η Θεσσαλονίκη είναι πραγματικά μια πολυπολιτισμική πόλη. Χτίστηκε και ξαναχτίστηκε από πολλούς ανθρώπους που πέρασαν από αυτήν – τους χριστιανούς, τους Εβραίους, τους μουσουλμάνους, τους πρόσφυγες και τις προσφύγισσες – που είτε ήρθαν από επιλογή είτε αναγκάστηκαν, έμειναν, δημιούργησαν, ερωτεύτηκαν και έστησαν τη ζωή τους σε αυτήν την πόλη. Όλες και όλοι από την πλευρά τους έδωσαν το λιθαράκι τους για να γίνει μια Θεσσαλονίκη γεμάτη», σημειώνει η Ισμήνη στη Vwoman.

«Είναι πολύ ενδιαφέρον ένα άτομο στην ηλικία μου να βλέπει τι σημαίνει μια πόλη με αυτή την δυναμική. Και κυρίως να επιλέξει κομμάτια της για να την κάνει ιστορία, που θα μπορεί να διαβαστεί. Έτσι, επιλέξαμε σημεία της πόλης που στέκονταν μόνα τους, αλλά μπορεί να συνδέονταν και με άλλα, δημιουργώντας κάτι σαν οδοιπορικό», προσθέτει.

Η Ισμήνη αναγνωρίζει ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις το κομμάτι της ταυτοποίησης των στοιχείων.

«Ακόμα και για τις πιο γνωστές ιστορίες που θέλαμε να αναδείξουμε, ήταν πραγματικά δύσκολο να βρεις τις σωστές πηγές, ενώ πολλές φορές δεν υπήρχαν καν διαθέσιμες. Για παράδειγμα, μιλάμε για κτήρια που δεν έχουν πλέον εν ζωή ιδιοκτήτες ή άτομα που άφησαν παρακαταθήκη στην πόλη και κανένας δεν έγραψε για αυτούς. Οπότε για εμένα ήταν πολύ σημαντικό να μάθω να προσεγγίζω σωστά την ιστορία και να επαληθεύω τις πηγές, καθώς πολλά στοιχεία που βρίσκαμε ήταν από εφημερίδες και όχι από ιστορικούς. Επομένως, η έρευνα γινόταν όλο και μεγαλύτερη ώστε να αποδοθεί με ακρίβεια μία ιστορία», τονίζει η Ισμήνη.

Ξεκαθαρίζει ωστόσο ότι οι «Ιστορίες της παλιάς Θεσσαλονίκης» δεν είναι ιστορικό βιβλίο, ούτε μυθιστόρημα, αλλά μία δημοσιογραφική έρευνα που ζωντανεύει σε κείμενο, μακριά από στεγνά ιστορικά κομμάτια. Περίπλοκη, όπως προσθέτει, ήταν και η αναζήτηση φωτογραφιών.

«Στην ηλεκτρονική μορφή αντιμετωπίσαμε το ζήτημα των δικαιωμάτων των φωτογραφιών, καθώς και την ποιότητα και την ποσότητά τους. Στο βιβλίο το ζήτημα αυτό ήρθε να λύσει η χρήση εικόνων με AI. Για να πούμε την αλήθεια, πολλές φορές αυτά τα κείμενα χωρίς φωτογραφίες δεν έχουν την ίδια αξία. Ο τρόπος που οι ιστορίες πλαισιώνονται από τις εικόνες είναι αυτός που δημιουργεί τις αναμνήσεις. Με τη δημιουργία αυτών των εικόνων μέσω της τεχνητής νοημοσύνης για το βιβλίο, βλέπεις τη μνήμη και το παλιό να ανασυστήνονται και να δημιουργούνται ξανά με ένα εργαλείο του μέλλοντος. Αγάπησα το αποτέλεσμα γιατί μιλά για το παλιό με σημερινούς όρους και σε κάνει να διερωτάσαι για το πού μπορούμε να φτάσουμε τελικά. Επίσης, είναι πολύ όμορφο στιλιστικά και είναι πολύ ευχάριστη η ανάγνωση!», συμπληρώσει.

Οι ιστορίες που ξεχώρισε

Το project των ιστοριών γεννήθηκε όταν η Ισμήνη ήταν μόλις 25 ετών. Όπως λέει, το να μιλάς για το παρελθόν της πόλης σου είναι συναρπαστικό, καθώς ερευνάς για κτήρια και σημεία που μπορεί να αντικρίζεις καθημερινά, χωρίς όμως να γνωρίζεις τη σημασία τους.

«Μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση η ιστορία της Ξηροκρήνης, μίας περιοχής όπου πέρασα αρκετές στιγμές της ζωής του, αλλά δεν ήξερα για παράδειγμα ότι ονομάζεται έτσι λόγω της κρήνης στην περιοχή. Ακόμα, μπορεί να λατρεύω τα κτήρια και τα τοπόσημα στην πόλη, όμως τελικά οι ιστορίες που με συγκίνησαν είναι αυτές με το προσωπικό στοιχείο. Η Θεσσαλονίκη είναι οι άνθρωποι που τη ζουν, που την περπατούν, όσοι πέθαναν μέσα σε ένα κτήριό της, αλλά και το πόσα χέρια άλλαξαν αυτά, οι μεγάλοι έρωτες που γνώρισαν. Μέσα από παλιές ιστορίες της πόλης βλέπεις πόνο, ξεριζωμό, πράγματα που δεν γράφτηκαν, αλλά όσο περνούν τα χρόνια υπάρχουν άτομα που θέλουν να τα πουν και πολλά περισσότερα που θέλουν τα ακούσουν», λέει η Ισμήνη.

Η ίδια γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Επανομή, επομένως δεν θα μπορούσε να μην γράψει για τα θρυλικά καλοκαίρια στο κάμπινγκ του ΕΟΤ στην περιοχή.

«Δεν είναι μία ιστορία που τη βλέπεις στο σήμερα, όπως για παράδειγμα ένα αρχοντικό, αλλά σε μεταφέρει σε μία περίοδο που πολλοί νοσταλγούν κι άλλοι θα ήθελαν να ζήσουν. Το γεγονός ότι συνδέεται με το χωριό μου, που ενώ νόμιζα ότι ξέρω τα πάντα για αυτό, ξαφνικά πληροφορήθηκα για την αίγλη που είχε, έκανε αυτήν την έρευνα ιδιαίτερα απολαυστική», αναφέρει.

«Μία άλλη ιστορία που έχει χαραχτεί μέσα μου αφορά στις υιοθεσίες από τον Άγιο Στυλιανό. Είχα αφιερώσει πολύ χρόνο στην έρευνα και μελέτησα σχολαστικά όλα τα στοιχεία. Πρόκειται βέβαια για μία πιο σκοτεινή πλευρά της πόλης, αλλά νιώθω πως και αυτό είναι κομμάτι της ιστορίας της», προσθέτει η Ισμήνη.

Η ζωή στην Αθήνα και τα tips για τους αναγνώστες του βιβλίου «Ιστορίες της Παλιάς Θεσσαλονίκης»

Κάνοντας το επόμενο βήμα στη ζωή της, η Ισμήνη πλέον ζει τον έντονο παλμό της Αθήνας, νοσταλγεί όμως τη θάλασσα της Θεσσαλονίκης και τη ζεστασιά των ανθρώπων της.

«Μου λείπει η ηρεμία που νιώθεις στην παραλία, όσο κόσμο κι αν έχει. Η κουβέντα με τον άνθρωπο που θα σου φτιάξει τον καφέ το πρωί. Η ευκολία της καλημέρας. Η Αθήνα είναι συναρπαστική και είμαι ενθουσιασμένη με την αλλαγή, με γνωρίζω διαφορετικά εδώ και μου αρέσει αυτό. Η Θεσσαλονίκη θα είναι πάντα οι άνθρωποί μου, ο τόπος μου και φυσικά οι… παλιές ιστορίες της», λέει η Ισμήνη.

Κλείνοντας την κουβέντα, η ίδια δίνει μερικές συμβουλές σε όσους πιάσουν στα χέρια τους τις «Ιστορίες της Παλιάς Θεσσαλονίκης»

«Δεν μπορούμε να το προσεγγίσουμε ως ένα ιστορικό βιβλίο, γιατί είναι γραμμένο από δημοσιογράφους για το κοινό. Οπότε προσωπικά δεν θα πρότεινα να το δούμε ως την ιστορία της πόλης με το στεγνό όρο, αλλά με έναν τρόπο λίγο πιο παιχνιδιάρικο, με το μάτι του παρατηρητή που θέλει να κάνει μία αναδρομή, Μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο δεν έχει χρονολογική συνέχεια, αλλά αποτελείται από αυτούσια κεφάλαια που μας πηγαίνουν από περιοχή σε περιοχή και σε διάφορα χρονικά πλαίσια. Και φυσικά, όσοι διαβάσουν το βιβλίο καλό είναι να έχουν μάτια τους ανοιχτά ώστε βλέποντας ένα κτήριο με τη σύγχρονη μορφή του, να μπορούν μέσα από τις σελίδες να περιηγηθούν στο πώς ήταν παλιά», καταλήγει η Ισμήνη.