Τα βάρη στην εγκυμοσύνη μπορεί κάποτε να προκαλούσαν ανησυχία, όμως νέα έρευνα έρχεται να αλλάξει την εικόνα
Η εικόνα μιας εγκύου που γυμνάζεται με βάρη μπορεί ακόμη και σήμερα να συνοδεύεται από δεύτερες σκέψεις. Για χρόνια, άλλωστε, η εγκυμοσύνη είχε συνδεθεί περισσότερο με την ξεκούραση και την αποφυγή της έντονης σωματικής προσπάθειας παρά με την ενδυνάμωση. Τα δεδομένα, όμως, αλλάζουν. Και μαζί τους αλλάζει σταδιακά και ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την άσκηση αυτούς τους εννέα μήνες.
Μια νέα κλινική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Acta Obstetricia et Gynecologica Scandinavica εξέτασε κατά πόσο η προπόνηση ενδυνάμωσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης αλλά και την καθημερινότητα των εγκύων.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Στην έρευνα συμμετείχαν 209 έγκυες γυναίκες που ήταν υπέρβαρες ή είχαν παχυσαρκία. Οι ερευνητές τις χώρισαν τυχαία σε δύο ομάδες: η μία ακολούθησε ένα οργανωμένο πρόγραμμα ενδυνάμωσης, ενώ η άλλη συνέχισε με τη συνήθη προγεννητική φροντίδα.
Η άσκηση ξεκίνησε περίπου από τη 12η έως τη 14η εβδομάδα της εγκυμοσύνης και συνεχίστηκε μέχρι την 36η εβδομάδα ή τον τοκετό. Το πρόγραμμα περιλάμβανε εβδομαδιαίες προπονήσεις υπό επίβλεψη αλλά και άσκηση στο σπίτι, με τις γυναίκες να ενθαρρύνονται να γυμνάζονται τρεις φορές την εβδομάδα με ελαφριά βάρη ή λάστιχα αντίστασης.
Διαβήτη κύησης εμφάνισε το 2% των γυναικών της ομάδας ενδυνάμωσης, σε σύγκριση με το 7,3% της ομάδας που ακολουθούσε τη συνήθη φροντίδα.
Αν και η συγκεκριμένη μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η προπόνηση με βάρη προλαμβάνει τον διαβήτη κύησης, δίνει στους επιστήμονες έναν λόγο να διερευνήσουν τη συγκεκριμένη σχέση.
Ωστόσο, το πιο ξεκάθαρο όφελος της ενδυνάμωσης ήταν ότι οι γυναίκες που γυμνάζονταν ανέφεραν σημαντικά καλύτερη ποιότητα ζωής, καθώς και λιγότερες ενοχλήσεις της εγκυμοσύνης. Μεταξύ αυτών ήταν η κόπωση, το άγχος και οι πόνοι στη μέση ή στην περιοχή της λεκάνης.
Παράλληλα, στη συγκεκριμένη μελέτη η άσκηση δεν φάνηκε να συνοδεύεται από μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών, καθώς τα ποσοστά πρόωρου τοκετού και αποβολής ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες.
Τα νέα ευρήματα δεν αποτελούν προτροπή για κάθε έγκυο να ξεκινήσει μόνη της ένα πρόγραμμα με βάρη. Η εγκυμοσύνη κάθε γυναίκας είναι διαφορετική και η άσκηση χρειάζεται να προσαρμόζεται στο ιατρικό ιστορικό, στη φυσική κατάσταση και στην πορεία της κύησης, σε συνεννόηση με τον γιατρό που την παρακολουθεί.
Αυτό που δείχνει, όμως, η έρευνα είναι ότι ίσως χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας την αντίληψη πως εγκυμοσύνη και ενδυνάμωση δεν μπορούν να συνυπάρξουν.





