Η Γιολάντα Μπαλαούρα μιλά στη Vwoman για τη δυσκολία να αποχωριστεί κανείς ό,τι αγάπησε, αλλά και για την ελπίδα που φέρνει κάθε αλλαγή
της Αθανασίας Μπίδιου
Η Γιολάντα Μπαλαούρα διανύει φέτος μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της πορείας της. Τηλεοπτικά, ξεχωρίζει μέσα από τον ρόλο της Βάνας Γερολυμάτου στη σειρά «Παιχνίδια Εκδίκησης», ενώ στο θέατρο πρωταγωνιστεί στη νέα παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, «Ο Βυσσινόκηπος» του Άντον Τσέχωφ, που παρουσιάζεται στο Βασιλικό Θέατρο, σε μετάφραση Δαυίδ Μαλτέζε και σε σκηνοθεσία και δραματουργική επεξεργασία της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου.
Στην παράσταση συμμετέχουν ακόμη ο Αντίνοος Αλμπάνης, ο Βασίλης Ευταξόπουλος και ένα εξαιρετικό σύνολο ηθοποιών, ενώ η ίδια υποδύεται τη Ρανέβσκαγια Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα, μια γυναίκα που βλέπει τον κόσμο της να χάνεται και αδυνατεί να αποδεχτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.

Με αφορμή τη νέα παραγωγή του ΚΘΒΕ, η Γιολάντα Μπαλαούρα μιλά στη Vwoman για το τέλος, τη μετάβαση, τη δυσκολία να αποχωριστεί κανείς ό,τι αγάπησε, αλλά και για την ελπίδα που μπορεί να κρύβει κάθε αλλαγή. Όσο για τον φόβο που συνοδεύει τον άνθρωπο, δεν διστάζει να μιλήσει ανοιχτά.
«Προσωπικά φοβάμαι περισσότερο την απώλεια», λέει η ηθοποιός. «Έχω βιώσει απώλειες και μου είναι πάντα δύσκολο να μιλήσω γι’ αυτές. Αυτό το “ποτέ ξανά, δε θα ξαναδώ, δε θα ξανακούσω, δε θα ξαναμιλήσω” δεν είναι εύκολο να το διαχειριστεί κανείς. Η απώλεια είναι οριστική, ενώ η αλλαγή έχει πάντα μια ελπίδα, έχει ένα όραμα, μια προσμονή. Μια προσπάθεια, αν θέλετε, αλλά στην απώλεια είμαστε πάντα ανήμποροι και μόνοι», παραδέχεται.

Για τη Γιολάντα Μπαλαούρα, ο «Βυσσινόκηπος» παραμένει ένα από τα πιο βαθιά και προφητικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Όπως λέει, συμβολίζει «την απώλεια, το μη αναστρέψιμο τέλος», αλλά και το πέρασμα από έναν κόσμο που σβήνει σε έναν νέο που γεννιέται και η αδυναμία των ηρώων να αποδεχτούν αυτή την αλλαγή. Μέσα από το έργο βλέπει κανείς ένα σπίτι που ερημώνει, έναν κήπο που καταστρέφεται, ένα αναπόφευκτο τέλος, αλλά και μια νέα αρχή. «Μια γενιά που χάνεται αγκιστρωμένη στη δόξα του παρελθόντος και μια γενιά που έρχεται με ορμή να δημιουργήσει τον νέο κόσμο που ονειρεύεται. Αυτά τα στοιχεία θεωρώ πως συγκινούν και καθιστούν διαχρονικό τον Βυσσινόκηπο εδώ και έναν αιώνα. Πάντα όταν τελειώνει μια εποχή, ξεκινάει μια νέα. Όπως λέει και η Κική Δημουλά, “Κανένα τέλος δεν έρχεται με άδεια χέρια”», σημειώνει η Γιολάντα Μπαλαούρα.

Εξάλλου, προσθέτει, παρότι γράφτηκε το 1903, θεωρεί πως ο «Βυσσινόκηπος» παραμένει πιο επίκαιρος από ποτέ. Όχι μόνο γιατί προέβλεψε τη Ρωσική Επανάσταση του 1917, αλλά και γιατί μίλησε έγκαιρα για την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος για λόγους τουριστικής «ανάπτυξης».
Στον «Βυσσινόκηπο» της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου θα ακούσετε και θα δείτε ίσως πράγματα που δεν έχετε παρατηρήσει ποτέ: Γυναίκες ισχυρές και κυρίαρχες, αυτόνομες και περήφανες. Άντρες ευγενείς και τρυφερούς, ευγνώμονες και γενναιόδωρους.
Η Γιολάντα μιλάει με σεβασμό και σαφήνεια για τη σκηνοθετική ματιά της Καραγιαννοπούλου. «Κάθε παράσταση είναι σαν μια ορχήστρα και ο σκηνοθέτης είναι ο μαέστρος», λέει, εξηγώντας ότι κάθε συντελεστής καλείται να ακολουθήσει μια κοινή παρτιτούρα. «Το κοινό είναι αυτό που θα κρίνει αν αυτό που παρουσιάζουμε το συγκινεί και το προβληματίζει, αν το βάζει σε μια διαδικασία φεύγοντας από το θέατρο να στοχαστεί πάνω σε αυτό που είδε στη σκηνή». Αυτό που θεωρεί πως διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη προσέγγιση είναι η συνέπεια ως προς την εποχή του έργου, κυρίως μέσα από τα κοστούμια και τον σκηνικό χώρο, σε αντίθεση με τις πιο σύγχρονες αισθητικές που συχνά επιλέγονται σήμερα για τα κλασικά έργα.

Το ΚΘΒΕ καθόρισε την πορεία μου
Η Γιολάντα Μπαλαούρα συνεργάζεται με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος από το 2012 δυανύοντας μία πορεία που θεωρεί καθοριστική για τη διαμόρφωση της θεατρικής της ταυτότητας.
«Ήθελα να βρίσκομαι σε έναν οργανισμό όπου η καθημερινότητά μου θα ήταν η διαδικασία της πρόβας και της παράστασης. Αυτό με καθόρισε σημαντικά στη θεατρική μου διαδρομή. Στο ΚΘΒΕ μου δόθηκε η δυνατότητα να συνεργαστώ με εξαιρετικούς σκηνοθέτες και να παίξω σε σπουδαία έργα από το παγκόσμιο ρεπερτόριο», εξηγεί και προσθέτει: «Είναι αρκετές οι παραστάσεις που αγάπησα, αλλά ξεχωρίζω το Lysistrata Project, που παίχτηκε στο Ευρωκοινοβούλιο το 2014, και το Festen, και τα δύο σε σκηνοθεσία του Γιάννη Παρασκευόπουλου.
Η υποκριτική για εκείνη ήταν πάντα κάτι παραπάνω από επάγγελμα. Από πολύ μικρή ήξερε ότι ήθελε να γίνει ηθοποιός. «Η αγάπη μου για τη λογοτεχνία ήταν αυτή που με τράβηξε», θυμάται. «Διάβαζα πολύ. Η μαμά μου μάς διάβαζε Λουντέμη και Καζαντζάκη αντί για παραμύθια, κι έτσι ήθελα να ζήσω τις ζωές των ηρώων που διαβάζαμε. Στο σχολείο λάτρεψα το μάθημα του αρχαίου δράματος και δεν μπορούσα να φανταστώ να ασχοληθώ με κάτι άλλο».
«Κάποτε είχα πει ότι αν δεν ήμουν ηθοποιός, θα είχα τρελαθεί και πραγματικά το εννούσα. Νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω άλλα πράγματα, αλλά κανένα δε θα μου έδινε τη χαρά που μου δίνει η πρόβα, το γύρισμα, η παράσταση. Μέσα από την τέχνη της υποκριτικής ανακαλύπτεις κομμάτια του εαυτού σου που δεν ήξερες ότι υπάρχουν. Είναι ένα πείραμα ζωής, ένα ταξίδι αυτογνωσίας, μια διαδικασία αναζήτησης και αμφισβήτησης σε κάθε τι».
View this post on Instagram
«Δεν έχω απωθημένα, μόνο όνειρα»
Η Γιολάντα εκπέμπει την ηρεμία ενός ανθρώπου που έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν και ζει πλήρως το παρόν.«Νιώθω πλήρης γιατί έχω ζήσει πολύ όμορφα πράγματα. Μεγάλωσα ως έφηβη σε μια εποχή όπου υπήρχε επικοινωνία, παρέες, ωραία ξενύχτια, φιλίες που κρατάνε ακόμη. Έζησα έντονα συναισθήματα που, σαν άνθρωπο, με προχώρησαν στη ζωή. Νιώθω πλήρης γιατί δεν έχω απωθημένα. Έχω μόνο όνειρα.
Κλείνοντας ρωτάω τη Γιολάντα Μπαλαούρα τι αγαπάει περισσότερο στη Θεσσαλονίκη και μου απαντά με τον στίχο του ποιητή:
«Της Σαλονίκης μονάχα της πρέπει το καράβι
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει
Μπορεί να ‘ρθω απ’ τα πέλαγα με τη φυρονεριά».
«Η εικόνα της πόλης από την παραλία προς τα μέσα δεν χορταίνεται, όπως και τα χρώματα όταν δύει ο ήλιος», καταλήγει.





