Νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι ο γυναικείος οργανισμός αντιδρά διαφορετικά στον πόνο και στα παυσίπονα

Ένας πονοκέφαλος που δεν υποχωρεί, μια ημικρανία που επιμένει, ένας πόνος στη μέση ή στις αρθρώσεις που δυσκολεύει την καθημερινότητα. Η αυτονόητη λύση για τους περισσότερους είναι ένα παυσίπονο. Κι όμως, οι επιστήμονες ανακαλύπτουν ότι τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες για την αντιμετώπιση του πόνου δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Στις γυναίκες, μάλιστα, αρκετά από αυτά φαίνεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικά και, ταυτόχρονα, να προκαλούν συχνότερα ανεπιθύμητες ενέργειες.

Για πολλά χρόνια, η ιατρική αντιμετώπιζε τον πόνο σαν να ήταν μια εμπειρία κοινή για όλους. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ισχύει. Έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες βιώνουν τον πόνο πιο έντονα από τους άνδρες και εμφανίζουν συχνότερα χρόνιες επώδυνες παθήσεις, όπως η ημικρανία, η ινομυαλγία, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και η οστεοαρθρίτιδα. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι λίγες οι φορές που τα συμπτώματά τους υποτιμώνται ή αποδίδονται στο άγχος ή στις ορμονικές αλλαγές, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η διάγνωση και η κατάλληλη θεραπεία.

Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αρκετά από τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα παυσίπονα, είτε χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή είτε με συνταγή, δεν φαίνεται να προσφέρουν στις γυναίκες την ίδια ανακούφιση που προσφέρουν στους άνδρες. Η ιβουπροφαίνη, ορισμένα αντιφλεγμονώδη, τα κορτικοστεροειδή αλλά και τα οπιοειδή παρουσιάζουν διαφορές ως προς την αποτελεσματικότητά τους, χωρίς οι επιστήμονες να έχουν ακόμη καταλήξει σε μια οριστική εξήγηση.

Ένας από τους βασικούς λόγους φαίνεται να είναι η διαφορετική βιολογία του γυναικείου οργανισμού. Τα οιστρογόνα επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο απορροφώνται, κατανέμονται και μεταβολίζονται τα φάρμακα. Επιπλέον, οι γυναίκες διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό σωματικού λίπους και διαφορετική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, παράγοντες που επηρεάζουν τόσο την ένταση της φλεγμονής όσο και την ανταπόκριση στις θεραπείες.

Οι διαφορές αυτές δεν επηρεάζουν μόνο την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων αλλά και την ασφάλειά τους. Μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες μεταβολίζουν πολλά φάρμακα πιο αργά, με αποτέλεσμα να παραμένουν περισσότερη ώρα στον οργανισμό τους και να αυξάνεται ο κίνδυνος παρενεργειών, όπως ναυτία, πονοκέφαλοι ή ζάλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι τόσο έντονες ώστε πολλές γυναίκες διακόπτουν τη θεραπεία τους ή αποφεύγουν να αυξήσουν τη δόση, ακόμη κι όταν εξακολουθούν να πονούν.

Το παράδοξο είναι ότι αυτές οι διαφορές άργησαν πολύ να γίνουν αντιληπτές. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι γυναίκες συμμετείχαν ελάχιστα στις κλινικές μελέτες νέων φαρμάκων. Οι ερευνητές φοβούνταν ότι ο εμμηνορροϊκός κύκλος ή μια πιθανή εγκυμοσύνη θα επηρέαζαν τα αποτελέσματα των δοκιμών. Έτσι, τα περισσότερα φάρμακα αναπτύχθηκαν και δοκιμάστηκαν κυρίως σε άνδρες, με την παραδοχή ότι τα ίδια αποτελέσματα θα ίσχυαν και για τις γυναίκες. Σήμερα γνωρίζουμε ότι αυτή η υπόθεση ήταν λανθασμένη.

Η ανεπαρκής αντιμετώπιση του πόνου μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες. Όταν ο πόνος γίνεται χρόνιος, επηρεάζει την εργασία, τις οικογενειακές υποχρεώσεις, τον ύπνο και την ψυχική υγεία. Για πολλές γυναίκες, όμως, η ξεκούραση δεν αποτελεί επιλογή. Συχνά συνεχίζουν να εργάζονται, να φροντίζουν τα παιδιά και το σπίτι, ακόμη κι όταν υποφέρουν, γεγονός που μπορεί να επιδεινώνει την κατάσταση και να παρατείνει την ανάρρωση.

Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην αυθαίρετη αύξηση της δόσης των παυσίπονων, αλλά στην ανάπτυξη πιο εξατομικευμένων θεραπειών που θα λαμβάνουν υπόψη τις βιολογικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Παράλληλα, όλο και περισσότερες κλινικές μελέτες περιλαμβάνουν πλέον ισότιμα γυναίκες, ενώ οι ερευνητές αναζητούν νέους βιοδείκτες που θα βοηθήσουν στην καλύτερη αξιολόγηση και αντιμετώπιση του πόνου.

Μέχρι να υπάρξουν πιο στοχευμένες θεραπείες, οι ειδικοί συμβουλεύουν τις γυναίκες να μην αποδέχονται τον επίμονο πόνο ως κάτι «φυσιολογικό» ούτε να συμβιβάζονται όταν μια θεραπεία δεν αποδίδει. Η αναζήτηση δεύτερης ιατρικής γνώμης, η συζήτηση με τον γιατρό για εναλλακτικές επιλογές και η ενεργός συμμετοχή στις αποφάσεις για τη θεραπεία τους μπορούν να συμβάλουν ώστε να βρουν την αντιμετώπιση που πραγματικά ανταποκρίνεται στις ανάγκες του δικού τους οργανισμού.

Με πληροφορίες από National Geographic