Η δημιουργός του brand Evakelia μάς συστήνει τις «the oldies» και μέσα από τα ντοκιμαντέρ της ρίχνει φως σε αθέατες πλευρές της κοινωνίας
της Κικής Τσάνη
Μία κουβέντα με έναν άνθρωπο που μιλά με αυτοπεποίθηση για τον σκοπό του είναι πάντα ενδιαφέρουσα και η Ευαγγελία Γούλα έχει να πει ιστορίες που καθηλώνουν.
Βέβαια, η ίδια προτιμά να τις εκφράζει μέσα από τα εικαστικά έργα, τα ντοκιμαντέρ που δημιουργεί αλλά και το brand της Evakelia, μία σύμπραξη μόδας και τέχνης. Σημείο αναφοράς στην πορεία της είναι «Οι γριούλες», που αναπαριστούν μικρογραφίες ηλικιωμένων γυναικών που ζουν απομονωμένες στην ελληνική ύπαιθρο και την ενέπνευσαν να αγγίξει θέματα, τα οποία πολλοί αποφεύγουν να συζητούν. Η Ευαγγελία επενδύει στην έρευνα και μέσα από τα έργα της -όποιον τομέα κι αν αφορούν – κάνει έμμεσα σχόλια για τη σύγχρονη κοινωνία και φωτίζει πτυχές, όπως η ισότητα και η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ζωής.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, αγαπά τα πολυπολιτισμικά στοιχεία της, όμως πάντα κάτι την τραβούσε προς τον νότο. Έτσι, τώρα ζει και εργάζεται ως εικαστικός σε σχολείο στο Ηράκλειο, τρέχοντας παράλληλα όλα της τα projects, τα οποία πάντα προσεγγίζει με την προσοχή που τους αξίζει.

«Οι γριούλες», «Το κορίτσι γυναίκα» και «Ό,τι λες για μένα»
Για πολλούς ανθρώπους, μία πτυχιακή εργασία είναι το τέλος ενός κύκλου σπουδών, όμως για την Ευαγγελία ήταν η εκκίνηση ενός ταξιδιού δημιουργίας και αναζήτησης. Όταν αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών με το εικαστικό έργο «Οι γριούλες», ούτε η ίδια φανταζόταν σε τι μονοπάτια θα την οδηγήσουν.
«Είχα επιλέξει την κατεύθυνση της ζωγραφικής αλλά αυτό δεν μας περιόριζε κι εγώ είχα πάντα κλίση προς τη σκηνογραφία και γενικότερα το θεατρικό πλαίσιο. Οπότε «Οι γριούλες παρουσιάστηκαν σε έναν χώρο με τις σκιές τους και κάθε φορά έβγαινε κάτι διαφορετικό από τη φιγούρα αυτή. Έβγαιναν γυναίκες, ζώα, κραυγές και πάντα με γοήτευε το είδωλο της καθεμίας, που αργότερα επανήλθαν με έναν άλλον τρόπο στη ζωή μου», λέει στη Vwoman.
Η Ευαγγελία συνέχισε τις σπουδές της στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Ψηφιακές Μορφές Τέχνης» με κατεύθυνση τον κινηματογράφο της παρατήρησης κι έτσι αγάπησε το ντοκιμαντέρ. Σειρά στο ταξίδι της ζωής της είχε η Κρήτη, εκεί όπου όλα πήραν μία απροσδόκητη τροπή.

«Ήμουν αναπληρώτρια σε ένα σχολείο στον τομέα των εικαστικών, όταν στα μέσα της χρονιάς μία μαθήτρια 14 χρονών, που ήταν Ρομά, διέκοψε τη φοίτησή της γιατί προέκυψε προξενιό. Μου έκανε τρομερή εντύπωση και δεν μπορούσε να συλλάβει το μυαλό μου το γεγονός ότι είναι ένα παιδί σταματάει το σχολείο για να παντρευτεί. Στη Βόρεια Ελλάδα δεν υπάρχουν συχνά τέτοιες αναφορές για τόσο μικρές ηλικίες, όμως στην Κρήτη αυτές οι ιστορίες ακούγονται περισσότερο και με προβλημάτισε η θέση της γυναίκας. Άρχισα να διερευνώ το τι γίνεται και έτσι ξεκίνησε η πρώτη μου ταινία, «i itsai romni» (Tο κορίτσι γυναίκα)», σημειώνει.

«Προσπαθώντας να καταλάβω για ποιον λόγο γίνεται όλο αυτό, έβγαινε στην επιφάνεια ότι ήταν θέμα τιμής, δηλαδή της παρθενιάς. Έτσι, άρχισα μία μακροχρόνια καταγραφή ώσπου ήρθε στο προσκήνιο η ιστορία της μεγαλύτερης οικογένειας του καταυλισμού των Ρομά εδώ στην Κρήτη, που έφυγαν από την Πελοπόννησο εξαιτίας μιας βεντέτας και όλο αυτό είχε να κάνει με την τιμή. Είναι φοβερό, καθώς πρόκειται για μια οικογένεια πολύ ευκατάστατη, που είχαν ενταχθεί το αστικό πλαίσιο όμως τα στερεότυπα της κοινότητας τούς πήγαν πολλά βήματα πίσω. Οπότε θέλοντας και μη, χωρίς και εγώ να καταλαβαίνω πού μπλέκομαι και σε τι μονοπάτια μπαίνω, το θέμα της γυναίκας έγινε βαθιά μου αναζήτηση. Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη ταινία μου – «Oti Vakeresa Mange» (Ό,τι λες για μένα)– δεν ήταν τυχαίες επιλογές και το 2022 ένιωσα την ανάγκη ότι θέλω να ξανανοίξω το θέμα της πτυχιακής μου με τις ηλικιωμένες γυναίκες», τονίζει η Ευαγγελία.

Η ίδια άλλωστε τις έχει στο μυαλό της ως μία «τελευταία μνήμη», αφού όπως λέει η φιγούρα τους τείνει να χαθεί στον αιώνα που διανύουμε.
Και εγένετο Evakelia
«Αποφάσισα να προσεγγίσω με εικαστικό τρόπο τη μόδα, κάνοντας τη σκιά της φιγούρας pattern σε μεταξωτά μαντήλια και διερευνώντας το σχέδιο στην υφαντική. Άλλωστε τα μαντήλια ήταν χαρακτηριστικό των γιαγιάδων και η υφαντική μεγάλο μέρος της ζωής τους. Είχε τεράστια συμβολική αξία, αφού οι γυναίκες που ύφαιναν ήταν σπουδαίες, ήταν οι καλύτερες νοικοκυρές και περιζήτητες νύφες. Μπήκα έτσι σε αυτό το πλαίσιο και με τη στήριξη της δικής μου μητέρας, που είναι μοδίστρα και έχει τη δική της μικρή βιοτεχνία στη Θεσσαλονίκη, ήθελα να κάνω ένα project γύρω από το ρούχο, θέλοντας πάλι να μιλήσω αλλά με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο», σημειώνει.

Το όνομα του brand προέκυψε και πάλι από έναν μαθητή της, που της έκανε μία πανέμορφη ζωγραφιά με την αφιέρωση «στην κυρία Ευακελία».
Μένοντας πιστή στην αυθεντικότητα της δημιουργίας, η Ευαγγελία δραστηριοποιείται στο επιχειρείν με τους δικούς της όρους.

Με αφοπλιστική ειλικρίνεια παραδέχεται πως η πρώτη ύλη αποτελεί ιερό εργαλείο για αυτήν και ότι ποτέ δεν θα εγκαταλείψει την αρχική της ιδέα, να είναι δηλαδή όσα δημιουργεί αυθεντικά και με χαρακτήρα.

«Είναι κι αυτό ένα μέρος του concept, καθώς το προσεγγίζω ως έργο τέχνης και όχι ως ρούχο. Πλέον ασχολούμαι αρκετά και με τη φιγούρα. Έχω δοκιμάσει την κεραμική μορφή αλλά και σε τελάρο υφαντό, σαν πίνακα. Παρατηρώ κι εγώ ότι με τα χρόνια οι «γριούλες» μου απλοποιούνται, σαν να γυρίζουν κι αυτές πίσω και γίνονται το αρχέτυπο της γυναικείας μορφής», σημειώνει η Ευαγγελία.

«Αρνούμαι να χρησιμοποιήσω έτοιμα υφάσματα. Θέλω να είναι όλα χειροποίητα, να χρησιμοποιείται ακόμα και ο αργαλειός. Το μετάξι για παράδειγμα το προμηθεύομαι μόνο από το Σουφλί. Για μένα αυτό είναι το νόημα και ίσως η προσωπική μου ένδειξη διαμαρτυρίας. Εισάγουμε τόσα πολλά, ενώ μπορούμε να έχουμε δικές μας παραγωγές», σημειώνει.
«Είναι στενάχωρο να μην έχουμε τη δική μας αισθητική και είπα ότι θα γεμίσω παντού το μοτίβο της γιαγιούλας, γιατί δεν προτείνω απλά ένα ρούχο. Προτείνω κάτι που έχει πάνω το μοτίβο και ίσως έτσι περνάω ένα μήνυμα ότι η γυναίκα σήμερα σπάνια έχει τη δική της ταυτότητα στην ένδυση. Φοράμε όλες τα ίδια ρούχα και αυτό είναι φοβερό», αναφέρει η Ευαγγελία.

Μάλιστα, σε λίγο καιρό θα ολοκληρώσει ένα πρόγραμμα Υφαντικής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. «Μου αρέσει όταν ασχολούμαι με κάτι να το γνωρίζω από το μηδέν, να ξέρω πώς ξεκινάει κάτι γιατί αλλιώς το εκτιμάς. Και εμένα μου κακοφαινόταν όταν ήθελα να αγοράσω ένα ύφασμα και άκουγα υψηλές τιμές, όμως όταν κάθισα στον αργαλειό και είδα τη διαδικασία, κατάλαβα. Έφερα μάλιστα στην Κρήτη τον αργαλειό της προγιαγιάς μου από την Καρδίτσα, ενώ ακόμα και ως εικαστικός έχω εντάξει την υφαντική στο μάθημά μου. Τα παιδιά τρελαίνονται κι εγώ δεν θέλω με τίποτα να χαθεί στον χρόνο αυτή η μαγεία», συμπληρώνει.

«Ποτέ δεν φοβήθηκα ως καλλιτέχνης και πάντα πίστευα πολύ σε ό,τι έκανα δουλεύοντας με βάθος. Μου πήρε επτά χρόνια να τελειώσω τη δεύτερη ταινία μου και δούλεψα πολύ πάνω σε αυτήν με υπομονή, πίστη και επιμέλεια και τρία χρόνια μετά πηγαίνει ακόμα σε φεστιβάλ και είναι υποψήφια. Όλα θέλουν τον χρόνο τους, με προσεκτικά βήματα αλλά και ηθική ικανοποίηση. Αυτό θα έλεγα και σε όποιον επιθυμεί να ασχοληθεί σοβαρά με κάτι. Είμαστε σε μία εποχή με πολλές πληροφορίες και γρήγορους ρυθμούς και καλό είναι καμιά φορά να πηγαίνουμε κόντρα σε αυτό, γιατί τη ζωή πρέπει να την απολαμβάνουμε και είναι μάταιο να μη ζούμε τη στιγμή», καταλήγει η Ευαγγελία.






