Η νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι οι περισσότεροι θάνατοι παιδιών κάτω των πέντε ετών στην Ελλάδα εξακολουθούν να συνδέονται με επιπλοκές που ξεκινούν από τη γέννηση

Παρότι η παιδική θνησιμότητα στην Ελλάδα την περίοδο 2016-2020 παρουσίασε σαφή βελτίωση, μια νέα εκτενής επιστημονική μελέτη δείχνει ότι οι περισσότεροι θάνατοι παιδιών κάτω των πέντε ετών εξακολουθούν να συνδέονται με επιπλοκές που ξεκινούν ήδη από τη γέννηση. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης πενταετίας, καταγράφηκαν συνολικά 1.877 θάνατοι παιδιών κάτω των πέντε ετών στη χώρα, ενώ το ποσοστό παιδικής θνησιμότητας διαμορφώθηκε περίπου στους 3,8 θανάτους ανά 1.000 ζώντες γεννήσεις, κατατάσσοντας την Ελλάδα στη μεσαία κλίμακα μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η μελέτη, με επικεφαλής τη Μαρία Τζωράκη από το Τμήμα Ιατρικών Υπηρεσιών του Νοσοκομείου Υγεία στην Αθήνα, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Public Health in Practice. Προσφέρει μέχρι σήμερα την πιο λεπτομερή εικόνα για τους παιδικούς θανάτους στην Ελλάδα, αναλύοντας τα αίτια ανά κωδικό διάγνωσης, ηλικιακή ομάδα και περιοχή.

Η έρευνα, που βασίστηκε σε δεδομένα πέντε ετών και σχεδόν 1.900 περιστατικών σε πανελλαδικό επίπεδο, προσφέρει μια από τις πιο ολοκληρωμένες αποτυπώσεις του φαινομένου μέχρι σήμερα. Περισσότεροι από τους μισούς θανάτους, ποσοστό που φτάνει το 58%, καταγράφονται μέσα στις πρώτες 28 ημέρες ζωής, μια περίοδο ιδιαίτερα ευάλωτη, όπου η προωρότητα, το χαμηλό βάρος γέννησης και οι επιπλοκές του τοκετού παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Καθώς τα παιδιά ξεπερνούν το νεογνικό στάδιο και μεγαλώνουν, το προφίλ των αιτιών μεταβάλλεται αισθητά. Οι συγγενείς παθήσεις, όπως καρδιολογικά προβλήματα, παραμένουν σημαντικός παράγοντας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται και σοβαρές νευρολογικές ή αναπνευστικές επιπλοκές. Παράλληλα, ένα μέρος των θανάτων σε μεγαλύτερες ηλικίες συνδέεται με περιστατικά που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί, όπως πνιγμοί, σοβαροί τραυματισμοί και ατυχήματα στην καθημερινή ζωή.

Η μελέτη καταγράφει επίσης σταθερές διαφοροποιήσεις ανά φύλο, με τα αγόρια να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, ένα εύρημα που οι ερευνητές αποδίδουν κυρίως σε βιολογικούς παράγοντες. Παράλληλα, παρατηρείται μεγαλύτερη συγκέντρωση περιστατικών σε μεγάλες αστικές περιοχές όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκονται τα κύρια παιδιατρικά νοσοκομεία της χώρας — στοιχείο που πιθανότατα σχετίζεται περισσότερο με τις παραπομπές περιστατικών παρά με πραγματικές γεωγραφικές διαφορές κινδύνου.

Σε ευρύτερο επίπεδο, η εικόνα της Ελλάδας παραμένει ενθαρρυντική σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια. Η παιδική θνησιμότητα έχει μειωθεί σημαντικά και η χώρα κατατάσσεται στη μεσαία κλίμακα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η πρόοδος δεν είναι ομοιόμορφη και οι ερευνητές τονίζουν ότι εξωτερικοί παράγοντες, όπως η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας και οι ανισότητες στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, έχουν επηρεάσει την πορεία της βελτίωσης.

Τέλος, η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για περαιτέρω ενίσχυση της νεογνικής φροντίδας, ιδιαίτερα σε περιφερειακές και νησιωτικές περιοχές, καθώς και για πιο προσεκτική αξιολόγηση πρακτικών όπως οι καισαρικές τομές, που στην Ελλάδα παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Το βασικό μήνυμα παραμένει σαφές: η πρόοδος είναι υπαρκτή και σημαντική, αλλά η προστασία των πιο μικρών παιδιών συνεχίζει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα και την ισότητα της φροντίδας στις πρώτες, κρίσιμες στιγμές της ζωής τους.