Μιλάει ο Δημήτρης Λάλλας, συγγραφέας του βιβλίου «Μόδα – Στον αστερισμό της νεωτερικότητας»
του Γιώργου Μητράκη
Αν τα θέματα της μόδας είναι σήμερα διαρκώς επίκαιρα, κάτι σαν μέρος της καθημερινότητας, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Εξελίχθηκαν μόλις τους τελευταίους δύο αιώνες, από τα μέσα του 19ου και μετά. Στο βιβλίο του «Μόδα – Στον αστερισμό της νεωτερικότητας» (εκδόσεις Πατάκη), ο κοινωνιολόγος Δημήτρης Λάλλας επισημαίνει πως η μόδα στην ουσία δίδαξε στους ανθρώπους να αναζητούν το καινούριο. Και εξηγεί τους μηχανισμούς που έχουν διαμορφώσει τη μόδα μέχρι τις ημέρες μας, αλλά και τη διαδρομή της για να αγγίξει (σχεδόν) σε κάθε άνθρωπο.
Μιλώντας στη Voria.gr ο κ. Λάλλας εξηγεί αφενός πως φτάσαμε στην περίοδο που τη μόδα χαρακτηρίζουν το υψηλό, το μαζικό και το γρήγορο ταυτοχρόνως και αφετέρου γιατί η μόδα σηματοδοτεί πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε.
Γιατί η μόδα ενδιαφέρει τους ανθρώπους και από πότε συμβαίνει αυτό;
Η μόδα είναι ο φορέας αυτού που ονομάζω «θνησιγενές καινούριο», και αυτό το χαρακτηριστικό στοιχείο της μόδας είναι κατεξοχήν νεωτερικό. Το κεντρικό επιχείρημα που διατρέχει το βιβλίο είναι ακριβώς το ότι η μόδα αποτελεί ένα παιδί μα και ένας διαμορφωτής της νεωτερικότητας -της κλασσικής (1850-1970) και της ύστερης (1970-) νεωτερικότητας.
Οι απαρχές του φαινομένου της μόδας εντοπίζονται από κάποιους ιστορικούς της μόδας στις αριστοκρατικές αυλές των εμπορικά ανεπτυγμένων πόλεων της Αναγέννησης. Ωστόσο, το φαινόμενο της μόδας αρχίζει σταδιακά να αποκτά ισχυρή οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική εμβέλεια από τα μέσα περίπου και κυρίως στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Gilles Lipovetsky χαρακτηρίζει την περίοδο μεταξύ του 1860 και του 1960 ως τον «πρώτο αιώνα της μόδας». Το κρίσιμο «κοινωνικό άνοιγμα», ή για κάποιους πολιτισμικούς αναλυτές «ο εκδημοκρατισμός της μόδας», συνδέεται χρονικά και πολιτισμικά με την περίοδο του μεσοπολέμου, την επονομαζόμενη Belle Ѐpoque. Κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το παιχνίδι της μόδας αποκτά μεγαλύτερη εμβέλεια. Αυτό σημαίνει ότι η μόδα απευθύνεται (σε) και προσελκύει το ενδιαφέρον ολοένα ευρύτερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων και παύει να είναι ένα πολιτισμικό και κοινωνικό παιχνίδι που αφορά μόνο τις ελίτ. Ο Lipovetsky υποστηρίζει ότι το να ακολουθείς τη μόδα κατέληξε να θεωρείται ένα κοινωνικό δικαίωμα.
Γιατί ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι στις δυτικές κοινωνίες άρχισαν να ενδιαφέρονται για τη μόδα;
Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες σίγουρα είναι η συνύπαρξη των δύο πυλώνων της μόδας, των οίκων υψηλής ραπτικής και της βιομηχανίας ιματισμού, καθώς και η απλοποίηση των στυλ ενδυμασίας και έτσι η εύκολη αναπαραγωγή των σχεδιαστικών δημιουργιών των οίκων υψηλής ραπτικής από τη βιομηχανία ιματισμού και από τα μοδιστράδικα. Ως προς αυτό αποδείχτηκε κρίσιμη μια απαξίωση της επιδεικτικής μόδας και της πομπώδους πολυτέλειας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου και η απλοποίηση της γυναικείας ενδυμασίας από την πλευρά μιας από τις σημαντικότερες σχεδιάστριες μόδας της Coco Chanel. Επίσης, η ανάπτυξη των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και του συστήματος των σταρ διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο. Ο παράγοντας, όμως, που υπήρξε καταλυτικός για το «κοινωνικό άνοιγμα» της μόδας ήταν η ανάπτυξη, από τη δεκαετία 1950 – 1960, των πρετ-α-πορτέ συλλογών, δηλαδή των ετοιμοπαράδοτων ρούχων των οίκων υψηλής ραπτικής. Αλλά και η άνοδος του επιπέδου διαβίωσης στο δυτικό μεταπολεμικό κόσμο και η μεγέθυνση των μεσαίων στρωμάτων καθώς και μια σχεδόν συλλογικά μοιραζόμενη πίστη στην ατομική και συλλογική πρόοδο αποτέλεσαν και αυτοί κρίσιμους παράγοντες για τη διεύρυνση του φαινομένου της μόδας.

Πόσο επηρεάζει η μόδα τον τρόπο ζωής;
Θεωρώ ότι η μόδα επηρεάζει βαθιά τόσο το στυλ ζωής (lifestyle) -ή αλλιώς το βιοτικό ύφος- όσο και τον τρόπο ζωής. Σε γενικές γραμμές, το σύστημα της μόδας προωθεί εφήμερες τάσεις προτιμήσεων για ρούχα, είδη διακόσμησης, καλλωπισμού, οικιακού εξοπλισμού κ.ά. Και είναι από αυτές τις τάσεις, από αυτά τα προτεινόμενα, εφήμερα στυλ που επιλέγουν τα υποκείμενα, που εισακούν αυτές τις τάσεις, προκειμένου να διαμορφώσουν την εμφάνισή τους και τον οικιακό τους χώρο, δηλαδή να υφάνουν όψεις του βιοτικού τους ύφους.
Επίσης, η μόδα επηρεάζει τον τρόπο ζωής με ένα πολύ ριζικό τρόπο, με την έννοια ότι νομιμοποιεί πολιτισμικά τη νέο-φιλία, τη λατρεία του καινούριου, μια λατρεία βραχείας δέσμευσης όμως. Με άλλα λόγια, μας εξοικειώνει με την ιδέα της επιταχυνόμενης αλλαγής. Όπως υποστηρίζω στο βιβλίο η μόδα αποτελεί ένα δομικό στοιχείο των υστερονεωτερικών μας κοινωνιών. Τι σημαίνει αυτό;
Πρώτον, ότι η μόδα διαθέτει τους δικούς της ισχυρούς θεσμούς παραγωγής (οίκοι υψηλής ραπτικής, μαζική βιομηχανία ιματισμού) διανομής, επικοινωνίας (το λιγότερο τέσσερις επιδείξεις μόδας ετησίως για τον κάθε οίκο υψηλής ραπτικής, περιοδικά μόδας, διαδικτυακοί τόποι, social media κ.ά.) και κατανάλωσης (ατελιέ, μπουτίκ, εμπορικά φυσικά και ηλεκτρονικά καταστήματα κ.ά.). Το γεγονός ότι τώρα έχουμε πια τη συνύπαρξη και των τριών εκδοχών της μόδας, δηλαδή την υψηλή, τη μαζική μα και τη γρήγορη μόδα (fast fashion), και τις συνεργασίες μεταξύ αυτών των τριών εκδοχών (βλέπε συμπράξεις σχεδιαστών υψηλής ραπτικής με οίκους της fast fashion -Zara, H&M κ.ά-) μάς υποδεικνύει την οικονομική μα και πολιτιστική ισχυροποίηση του συστήματος της μόδας. Επίσης, όμως, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η μόδα, με μια βαθιά πολιτισμική σημασία, προτείνει και προωθεί τρόπους συσχέτισης των υποκειμένων με τον εαυτό τους, με τους άλλους, τα αντικείμενα, την εμπειρία, τον
χώρο και τον χρόνο.
Η μόδα εκφράζεται κατά βάσιν στον τρόπο που ντυνόμαστε. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Να σημειώσω αρχικά ότι η μόδα δεν περιορίζεται στην ενδυμασία και τον προσωπικό καλλωπισμό. Ήδη από το 1969, ο Herbert Blumer προειδοποιούσε ότι το να περιορίζουμε την αντίληψη της μόδας ως αποκλειστικά συνδεόμενης με την εμφάνιση των ατόμων είναι εσφαλμένο, καθώς δεν μπορούμε έτσι να συλλάβουμε την εμβέλεια του φαινομένου της μόδας. Ο Blumer υποστήριζε ότι σε ποικίλα πεδία μπορούμε να εντοπίσουμε την εκδήλωση του φαινομένου της μόδας, όπως αυτά των καθαρών και εφαρμοσμένων τεχνών (μουσική, χορός, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, γλυπτική, οικιακή διακόσμηση κ.ά), του ελεύθερου χρόνου, της διασκέδασης, της λογοτεχνίας, της μοντέρνας φιλοσοφίας, της πολιτικής, της ιατρικής, της
διοίκησης επιχειρήσεων, των κοινωνικών και φυσικών επιστημών.
Σίγουρα, όμως, ο τομέας της ενδυμασίας είναι αυτός στον οποίο εκδηλώθηκε δυναμικά το φαινόμενο της μόδας, δηλαδή της ανάδυσης του θνησιγενούς καινούριου, όπως το ονομάζω. Οι λόγοι αυτής της εκδήλωσης νομίζω ότι έχουν να κάνουν με το ότι πάντα η ενδυματολογική εμφάνιση των ανθρώπων συνιστά -συνειδητά ή/και ασυνείδητα- συμβολική έκφραση της ταυτότητας και της κοινωνικής θέσης -ή των κοινωνικών θέσεων και ρόλων- των κοινωνικών υποκειμένων. Η ενδυμασία συνδέεται τόσο με την προσωπική όσο και με την κοινωνική ταυτότητα, δηλαδή μπορεί να εκφράζει την αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας, τις αυτοπεριγραφές μας και τα συναισθήματα που συνδέουμε με την αυτό-αντίληψη μας, και την αντίληψη και τη γνώμη που έχουν οι κοινωνικά άλλοι για εμάς και τις προσδοκίες που έχουν από εμάς.
Υπάρχει η αίσθηση ότι στην εποχή μας ότι έχει να κάνει με τη μόδα έχει χαλαρώσει αρκετά. Ισχύει κάτι τέτοιο;
Νομίζω ότι δεν ισχύει ακριβώς κάτι τέτοιο. Η αίσθηση αυτή στην οποία αναφέρεστε έχει, κατά τη γνώμη μου, να κάνει με την αλλαγή του τρόπου παραγωγής, κυκλοφορίας και κατανάλωσης της μόδας – ή των μοδών, καλύτερα. Το παιχνίδι της μόδας έχει γίνει πιο δυναμικό και πιο διαφοροποιημένο από τη δεκαετία του 1970 και έκτοτε. Όσο πιο συνοπτικά μπορώ θα έλεγα ότι υπάρχουν τρία σχήματα, τα οποία επιχειρούν να αποτυπώσουν τους τρόπους παραγωγής και κυκλοφορίας της μόδας: α) από-τα-πάνω-προς-τα-κάτω (trickle-down effect), β) από-τα-κάτω- προς-τα-πάνω (trickle-up effect) και γ) οριζόντια διάχυση (trickle-across effect).
Το πρώτο σχήμα «από-τα-κάτω- προς-τα-πάνω» αναφέρεται στις πρακτικές κοινωνικής διάκρισης μέσω της μόδας. Με βάση αυτό το σχήμα, οι ανώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις θέτουν τα κριτήρια του «πολιτισμικά νόμιμου» καλού γούστου και υιοθετούν τις νέες τάσεις της μόδας, προκειμένου να διακριθούν από τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. Έχουμε να κάνουμε με ένα παιχνίδι συμβολικού ανταγωνισμού, μέσω του οποίου επιβεβαιώνεται η οικονομική, πολιτισμική και συμβολική (κύρος, γόητρο) ισχύς των ανώτερων τάξεων. Τα μεσαία και κατώτερα στρώματα επιχειρούν να μιμηθούν και να οικειοποιηθούν τα νέα, μοδάτα στυλ της κάθε σεζόν (είτε με υπερβολικές γι’ αυτά δαπάνες είτε με την αγορά απομιμήσεων), προκειμένου να ενταχθούν σε αυτό το παιχνίδι όπου μπορεί να τους αποφέρει κοινωνική αναγνώριση και έτσι να τους επιτρέψει να διακριθούν από τα κατώτερα από αυτά στρώματα. Η μαζική, ωστόσο, διάδοση ενός στυλ ακολουθείται από την εγκατάλειψή του από τις ανώτερες τάξεις. Και αυτό γιατί το συγκεκριμένο στυλ δεν διαθέτει πια τη συμβολική ισχύ της διάκρισης. Έτσι οι ελίτ επιζητούν ένα καινούριο στυλ ώστε να διατηρήσουν την ικανότητας της συμβολικής, και ως εκ τούτου, κοινωνικής διάκρισης.
Το δεύτερο σχήμα «από-τα-κάτω-προς-τα-πάνω» αφορά τις περιπτώσεις των λεγόμενων «εναντιωματικών μοδών» (oppositional fashions), δηλαδή ενδυματολογικών -και όχι μόνο- τάσεων που έχουν εκφράσει και εκφράζουν ομάδες αντι-κουλτούρας και υπο-κουλτούρας. Εδώ μπορούμε να σταχυολογήσουμε κάποιες πολιτισμικά σημαντικές τάσεις, όπως το glam-rock, το punk, το grunge, το boho. Να σημειώσουμε ότι αυτές οι τάσεις πολλές φορές έγιναν αντικείμενα ιδιοποίησης και εμπορευματικής αξιοποίησης ακόμα και από τους σχεδιαστές μόδας των οίκων υψηλής ραπτικής. Στο βιβλίο μου αναφέρομαι σε συγκεκριμένες τέτοιες περιπτώσεις. Μουσικές, κυρίως, αντι-κουλτούρες και υπο-κουλτούρες, λοιπόν, κατόρθωσαν να απονομιμοποιήσουν, έως ένα βαθμό, την πολιτισμική ιεραρχία, δηλαδή τη διάκριση μεταξύ υψηλού και χαμηλού (λαϊκού), καθώς και επέκριναν την αισθητική του glamour και τα πρότυπα της τέλειας ομορφιάς, μέσα από τις συμβολικές -συμπεριλαμβανόμενων και των ενδυματολογικών στυλ- χειρονομίες τους. Το σχήμα «από-τα-κάτω-προς-τα-πάνω» αναφέρεται ουσιαστικά στην εμπορική αξιοποίηση και την υιοθέτηση αυτών των εναντιωματικών στυλ από την υψηλή και μαζική μόδα.
Η ιδέα, πια, ενός κέντρου που θέτει κάθε φορά τους κανόνες του «πολιτισμικά νόμιμου» -κατά Bourdieu- και του αισθητικά «σωστού» και «καλόγουστου», μοιάζει να υπονομεύεται σοβαρά. Το σχήμα ενός δικτύου με πολλούς κόμβους μοιάζει περισσότερο πρόσφορο για να κατανοήσουμε τις διαδικασίες παραγωγής, κυκλοφορίας και κατανάλωσης, πιά, των μοδών. Ως κόμβοι αυτού του δικτύου μπορούν να θεωρηθούν οι οίκοι υψηλής ραπτικής, οι πολυεθνικοί, πια, όμιλοι στο χαρτοφυλάκιο των οποίων ανήκουν αρκετοί οίκοι υψηλής μόδας μα και μαζικής ένδυσης και ειδών προσωπικού καλλωπισμού, τα έντυπα και ψηφιακά περιοδικά μόδας, οι επιδείξεις μόδας, οι διασημότητες του κινηματογράφου, της τηλεόρασης, του αθλητισμού, της μουσικής βιομηχανίας, του μόντελινγκ, του διαδικτύου και των μέσω κοινωνικής δικτύωσης (βλ. influencers που δραστηριοποιούνται ως Youtubers ή/και fashion-bloggers). Αν και η επικοινωνιακή, συμβολική και οικονομική ισχύς αυτών των κόμβων είναι ασύμμετρη, αυτό που πρέπει να αναγνωρίσουμε είναι αφενός ότι οι «τόποι» παραγωγής των στυλ ποικίλουν και τα κανάλια προώθησης των στυλ έχουν αυξηθεί και αφετέρου ότι οι τρόποι ιδιοποίησης αυτών των στυλ από το καταναλωτικό κοινό είναι εξαιρετικά διαφοροποιημένοι και μη προβλέψιμοι. Το παιχνίδι, αν θέλετε, της μόδας έχει γίνει πια περισσότερο σύνθετο και δυναμικό στην εποχή μας.





