Πώς θα ξεχωρίσετε μία πρόσκαιρη απογοήτευση από την πραγματική ανάγκη του παιδιού σας να σταματήσει ένα άθλημα

Ο Σεπτέμβριος σημαίνει επιστροφή στο σχολείο, αλλά και στα γήπεδα, στις πισίνες, στα παρκέ και στις αθλητικές ακαδημίες. Τα παιδιά ξεκινούν συνήθως τη νέα σεζόν με ενθουσιασμό και το οικογενειακό πρόγραμμα γεμίζει ξανά προπονήσεις και αγώνες. Μέχρι που ένα απόγευμα μπορεί να ακούσουμε το απρόσμενο: «Δεν θέλω να ξαναπάω».

Η πρώτη αντίδραση των γονιών συχνά κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα: «Αφού το ξεκίνησες, θα το τελειώσεις» ή «Αφού δεν σου αρέσει, σταμάτα». Πριν, όμως, απαντήσουμε, αξίζει να κάνουμε κάτι πιο απλό: να ακούσουμε τι πραγματικά προσπαθεί να μας πει το παιδί.

Τι κρύβεται πίσω από το «δεν θέλω άλλο»

Τα παιδιά δεν έχουν πάντα τις λέξεις για να εξηγήσουν τι ακριβώς τα δυσκολεύει. Ένα «βαρέθηκα» μπορεί στην πραγματικότητα να σημαίνει «δεν είμαι τόσο καλός όσο οι άλλοι». Ένα «δεν μου αρέσει» μπορεί να κρύβει απογοήτευση επειδή μένει στον πάγκο, μια δύσκολη σχέση με συμπαίκτες ή προπονητή, κούραση ή απλώς τη συνειδητοποίηση ότι το συγκεκριμένο άθλημα τελικά δεν του ταιριάζει.

Αντί, λοιπόν, να προσπαθήσουμε αμέσως να το μεταπείσουμε, μπορούμε να ρωτήσουμε: «Τι σε κάνει να μη θέλεις να πας;», «Έγινε κάτι;», «Αν μπορούσες να αλλάξεις ένα πράγμα στην προπόνηση, ποιο θα ήταν;».

Το σημαντικό είναι να ακούσουμε χωρίς να έχουμε ήδη αποφασίσει ποια απάντηση θέλουμε να ακούσουμε.

Μήπως θέλει να φύγει επειδή δυσκολεύεται;

Κάποια στιγμή μέσα από τον αθλητισμό το παιδί ανακαλύπτει ότι δεν είναι πάντα βασικό, ότι κάποιος άλλος τρέχει γρηγορότερα ή σκοράρει περισσότερο και, κυρίως, ότι η βελτίωση χρειάζεται χρόνο. Αυτή η απογοήτευση δεν είναι απαραίτητα λόγος για να τα παρατήσει.

Σε ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον, το να δυσκολεύεται, να χάνει και να ξαναπροσπαθεί είναι μέρος όσων πολύτιμων μπορεί να του προσφέρει ο αθλητισμός. Μαθαίνει στην πράξη ότι «δεν μπορώ ακόμη» δεν σημαίνει «δεν θα μπορέσω ποτέ».

Αν είναι αρκετά μεγάλο, ενθαρρύνετέ το να μιλήσει και με τον προπονητή ή την προπονήτριά του. Να ρωτήσει «Τι μπορώ να βελτιώσω;» ή «Τι χρειάζεται να δουλέψω περισσότερο;». Είναι ένα μικρό αλλά ουσιαστικό μάθημα ζωής: πριν φύγω από κάτι που με δυσκολεύει, προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει και αν μπορώ να αλλάξω την κατάσταση.

Πότε χρειάζεται να πούμε «σταματάμε»

Η επιμονή έχει αξία, όχι όμως με οποιοδήποτε κόστος. Αν το παιδί φοβάται συστηματικά να πάει στην προπόνηση, αν υπάρχει εκφοβισμός, ταπείνωση ή προσβλητική συμπεριφορά, αν πονά ή αν παρατηρούμε έντονη και επίμονη αλλαγή στη διάθεσή του, τότε προτεραιότητα είναι η ασφάλεια και η ευημερία του.

Και μερικές φορές δεν χρειάζεται καν να εγκαταλείψει το άθλημα που αγαπά. Ίσως χρειάζεται να αλλάξει ομάδα, τμήμα ή προπονητή.

Αν τελικά θέλει πραγματικά να φύγει, θυμηθείτε ότι το άθλημα είναι δικό του, όχι δικό σας, ακόμη κι αν εσείς έχετε επενδύσει χρήματα, χρόνο και αμέτρητες διαδρομές προς και από το γήπεδο.

Το να σταματήσει το ποδόσφαιρο δεν σημαίνει ότι είναι «ένα παιδί που τα παρατάει». Μπορεί απλώς να ανακαλύψει ότι αγαπά περισσότερο την κολύμβηση, τον στίβο, τον χορό ή κάτι εντελώς διαφορετικό.

Ο στόχος, άλλωστε, δεν είναι να μεγαλώσουμε παιδιά που δεν εγκαταλείπουν ποτέ. Είναι να τα βοηθήσουμε να μάθουν να ξεχωρίζουν το «φεύγω επειδή φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω» από το «φεύγω επειδή αυτό δεν μου ταιριάζει πια».

Και ίσως αυτή η διάκριση να είναι ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα που μπορεί να τους δώσει ο αθλητισμός.