Κανείς δεν θέλει να φωνάζει στο παιδί του. Κι όμως, οι περισσότεροι γονείς το έχουμε κάνει και οι ενοχές που ακολουθούν είναι σχεδόν πάντα μεγαλύτερες
Υπάρχουν ημέρες που μοιάζουν να μας δοκιμάζουν από την πρώτη κιόλας στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια μας. Το ξυπνητήρι χτυπά νωρίς, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις διαδέχονται η μία την άλλη, τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα δεν σταματούν, οι εκκρεμότητες πολλαπλασιάζονται και, όταν επιτέλους επιστρέφουμε στο σπίτι, ξεκινά μια δεύτερη, εξίσου απαιτητική βάρδια. Το φαγητό πρέπει να ετοιμαστεί, τα παιδιά να διαβάσουν, να κάνουν μπάνιο, να τακτοποιηθούν τα παιχνίδια που έχουν απλωθεί παντού και να ολοκληρωθεί μια ατελείωτη λίστα από μικρές καθημερινές υποχρεώσεις.
Μέσα σε αυτή την ένταση, ζητάμε από το παιδί μας να φορέσει τις πιτζάμες του. Το λέμε ήρεμα, έπειτα το επαναλαμβάνουμε λίγο πιο σταθερά και στη συνέχεια για τρίτη φορά, ενώ εκείνο συνεχίζει να παίζει σαν να μην άκουσε ποτέ το αίτημά μας. Και τότε, σχεδόν χωρίς να το συνειδητοποιήσουμε, η φωνή μας υψώνεται. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα επικρατεί σιωπή, το παιδί κάνει τελικά αυτό που του ζητήσαμε, όμως εμείς μένουμε με ένα γνώριμο συναίσθημα που βαραίνει το στήθος: ενοχές, απογοήτευση και η πικρή σκέψη ότι «πάλι δεν τα κατάφερα».
Αν αυτή η εικόνα σας είναι οικεία, αξίζει να θυμάστε ότι δεν είστε οι μόνοι. Και, κυρίως, ότι μια τέτοια στιγμή δεν σας καθορίζει ως γονείς.
Οι φωνές δεν μας ορίζουν
Οι περισσότεροι γονείς δεν ξεκινούν τη μέρα τους με την πρόθεση να φωνάξουν στα παιδιά τους. Αντίθετα, ονειρεύονται μια σχέση γεμάτη ηρεμία, υπομονή και αμοιβαία κατανόηση. Θέλουν να μεγαλώσουν παιδιά που συνεργάζονται επειδή αισθάνονται ασφάλεια και όχι επειδή φοβούνται τις συνέπειες.
Η πραγματικότητα, όμως, απέχει συχνά από την ιδανική εικόνα που παρουσιάζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή τα βιβλία γονεϊκότητας. Η καθημερινότητα είναι γεμάτη πίεση, κόπωση και αμέτρητες απαιτήσεις, ενώ η ψυχική μας αντοχή δεν είναι ανεξάντλητη. Έτσι, υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η εξάντληση υπερισχύει της υπομονής και η ένταση βρίσκει διέξοδο μέσα από μια δυνατή φωνή.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αποτύχαμε ως γονείς αλλά απλώς ότι είμαστε άνθρωποι.
Γιατί τελικά φωνάζουμε;
Η εύκολη απάντηση είναι ότι φωνάζουμε επειδή το παιδί δεν ακούει. Αν κοιτάξουμε όμως λίγο βαθύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η φωνή δεν γεννιέται από τη συμπεριφορά του παιδιού, αλλά από όσα συμβαίνουν μέσα μας εκείνη τη στιγμή. Από την αίσθηση ότι κανείς δεν μας ακούει, ότι χάνουμε τον έλεγχο, ότι έχουμε εξαντλήσει όλα τα περιθώρια υπομονής ή ότι δεν έχουμε άλλες ψυχικές δυνάμεις να διαχειριστούμε την κατάσταση.
Το παιδί μπορεί να αποτελεί την αφορμή, όμως πολύ συχνά δεν είναι η πραγματική αιτία της έκρηξης. Γι’ αυτό και δύο διαφορετικοί γονείς είναι πιθανό να αντιδράσουν εντελώς διαφορετικά στην ίδια ακριβώς συμπεριφορά. Η διαφορά βρίσκεται στις εμπειρίες, στην κούραση, στο άγχος και στο συναισθηματικό φορτίο που κουβαλά ο καθένας εκείνη τη δεδομένη στιγμή.
Το παράδοξο των φωνών
Υπάρχει ένας λόγος για τον οποίο οι φωνές επαναλαμβάνονται τόσο συχνά στην καθημερινότητα πολλών οικογενειών. Επιφανειακά φαίνεται να φέρνουν αποτέλεσμα.
Μετά τη φωνή, το παιδί συνήθως σταματά αυτό που κάνει και συμμορφώνεται. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι αυτή η τακτική είναι αποτελεσματική.
Στην πραγματικότητα, όμως, το παιδί δεν μαθαίνει να συνεργάζεται, ούτε να κατανοεί τα όρια. Μαθαίνει ότι οι οδηγίες αποκτούν σημασία μόνο όταν συνοδεύονται από ένταση και ότι μπορεί να συνεχίζει αυτό που κάνει μέχρι να φτάσει ο γονιός στα όριά του.
Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ο γονιός επαναλαμβάνει πολλές φορές το ίδιο αίτημα, στη συνέχεια απειλεί, ύστερα φωνάζει και μόνο τότε βλέπει αποτέλεσμα. Το παιδί, από την πλευρά του, εκπαιδεύεται να ανταποκρίνεται μόνο όταν η κατάσταση γίνει αρκετά έντονη. Έτσι, χωρίς να το επιθυμεί κανείς, εγκαθίσταται ένα μοτίβο που ενισχύει συνεχώς τον εαυτό του.
Η στιγμή που έχει πραγματικά σημασία
Πολλοί γονείς φοβούνται ότι μία έντονη αντίδραση θα τραυματίσει ανεπανόρθωτα το παιδί τους. Ωστόσο, οι ψυχολόγοι επισημαίνουν ότι καμία ανθρώπινη σχέση δεν είναι απαλλαγμένη από συγκρούσεις. Αυτό που επηρεάζει περισσότερο την ποιότητα της σχέσης δεν είναι η ύπαρξη μιας δύσκολης στιγμής, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ακολουθεί η επανασύνδεση.
Όταν ο γονιός επιστρέφει στο παιδί, κάθεται δίπλα του και του λέει με ειλικρίνεια: «Πριν θύμωσα πολύ και σου φώναξα. Δεν ήταν σωστό και λυπάμαι. Προσπαθώ κι εγώ να μάθω να διαχειρίζομαι καλύτερα τα συναισθήματά μου», του προσφέρει ένα πολύτιμο μάθημα ζωής.
Δεν χρειάζονται περίπλοκες εξηγήσεις ούτε δικαιολογίες. Η ανάληψη της ευθύνης και η ειλικρινής συγγνώμη αρκούν για να δείξουν στο παιδί ότι τα λάθη αποτελούν μέρος των ανθρώπινων σχέσεων και ότι η αγάπη δεν χάνεται όταν υπάρχουν συγκρούσεις. Αντίθετα, δυναμώνει όταν βρίσκουμε το θάρρος να επιστρέψουμε, να αναγνωρίσουμε όσα συνέβησαν και να ξαναχτίσουμε τη σύνδεσή μας.





