Έρευνα δείχνει ότι το AI-δημιουργημένο σεξουαλικό περιεχόμενο αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι έφηβοι χρησιμοποιούν το διαδίκτυο
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει γίνει πλέον μέρος της καθημερινότητάς μας. Από την εκπαίδευση και την εργασία μέχρι την ψυχαγωγία, οι δυνατότητές της μοιάζουν ατελείωτες. Ωστόσο, όσο εξελίσσεται η τεχνολογία, τόσο αναδύονται και νέοι κίνδυνοι ιδιαίτερα για τα παιδιά και τους εφήβους.
Μία νέα έρευνα του οργανισμού Common Sense Media στις ΗΠΑ φέρνει στο φως μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα. Το AI-δημιουργημένο σεξουαλικό περιεχόμενο, όπως οι ψεύτικες γυμνές εικόνες (deepfakes), δεν αποτελεί πλέον ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Αντίθετα, έχει αρχίσει να επηρεάζει την καθημερινότητα των εφήβων, τις σχέσεις τους με τους συνομηλίκους τους και, κυρίως, το αίσθημα ασφάλειας που νιώθουν όταν βρίσκονται στο διαδίκτυο.
Σχεδόν ένας στους δύο εφήβους έχει δει AI-δημιουργημένο σεξουαλικό περιεχόμενο
Στην έρευνα συμμετείχαν 1.314 έφηβοι ηλικίας 13 έως 17 ετών και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το φαινόμενο είναι ήδη ιδιαίτερα διαδεδομένο.
Σχεδόν οι μισοί συμμετέχοντες δήλωσαν ότι έχουν δει εικόνες ή βίντεο σεξουαλικού περιεχομένου που δημιουργήθηκαν με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης. Οι περισσότεροι ανέφεραν ότι τα συνάντησαν τυχαία, κυρίως μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Από όσους είχαν εκτεθεί σε τέτοιο υλικό, το 64% είπε ότι αφορούσε γνωστές προσωπικότητες. Ωστόσο, ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις δήλωσε πως οι εικόνες απεικόνιζαν τον ίδιο ή κάποιον από το κοντινό του περιβάλλον.
Την ίδια ώρα, περίπου 8% των εφήβων παραδέχθηκαν ότι έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι AI-παραγόμενο σεξουαλικό περιεχόμενο, ενώ το 13% γνωρίζει κάποιον που το έχει κάνει.
Ο φόβος αλλάζει τη συμπεριφορά των παιδιών
Η μεγαλύτερη ανησυχία, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν είναι μόνο η εξάπλωση του φαινομένου, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει την καθημερινότητα των νέων.
Περίπου δύο στους τρεις εφήβους δήλωσαν ότι φοβούνται πως θα μπορούσαν να γίνουν θύματα deepfake εικόνων ή βίντεο.
Ο φόβος αυτός έχει ήδη οδηγήσει πολλούς να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους στο διαδίκτυο. Σχεδόν τέσσερις στους δέκα έχουν κάνει τους λογαριασμούς τους στα social media ιδιωτικούς, έχουν περιορίσει τις φωτογραφίες που δημοσιεύουν ή έχουν διαγράψει εντελώς τα προφίλ τους.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι είναι ιδιαίτερα προβληματικό το γεγονός πως οι ίδιοι οι έφηβοι αισθάνονται ότι πρέπει να προστατεύσουν μόνοι τους τον εαυτό τους από μια τεχνολογία που εξελίσσεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς.
Μια φωτογραφία αρκεί για να δημιουργηθεί ένα deepfake
Πίσω από αυτή την ανησυχία βρίσκονται οι εφαρμογές «nudify», οι οποίες μπορούν, χρησιμοποιώντας μία μόνο φωτογραφία, να δημιουργήσουν ψεύτικες γυμνές εικόνες ενός ανθρώπου χωρίς τη συγκατάθεσή του.
Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί αρκετά περιστατικά σε σχολεία των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου μαθητές δημιούργησαν και διακίνησαν τέτοιες εικόνες συμμαθητριών τους. Πολλά από τα θύματα περιέγραψαν έντονο άγχος, κρίσεις πανικού, απώλεια εμπιστοσύνης προς τους φίλους και τους συμμαθητές τους, αλλά και σοβαρή ψυχολογική επιβάρυνση.
Τα παιδιά θέλουν να μιλήσουν, αλλά δυσκολεύονται να ανοίξουν τη συζήτηση
Παρά την έκταση του προβλήματος, η έρευνα αναδεικνύει και ένα ενθαρρυντικό στοιχείο.
Οι περισσότεροι έφηβοι δηλώνουν ότι θα ήθελαν να συζητήσουν αυτό το θέμα με έναν γονέα ή κάποιον άλλο ενήλικα που εμπιστεύονται. Ωστόσο, μόνο ένας στους πέντε έχει κάνει μέχρι σήμερα μια τέτοια συζήτηση, ενώ περίπου το ένα τρίτο παραδέχεται ότι δεν ξέρει πώς να ξεκινήσει.
Για τους ερευνητές, αυτό είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς τους γονείς: τα παιδιά είναι πρόθυμα να μιλήσουν, αρκεί κάποιος να τους ανοίξει τον δρόμο.
Για τους γονείς, το πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι να ξεκινήσουν τη συζήτηση πριν προκύψει κάποιο περιστατικό. Να εξηγήσουν στα παιδιά τι είναι τα deepfakes, γιατί μπορεί να χρησιμοποιηθούν κακόβουλα και, κυρίως, να τα διαβεβαιώσουν ότι αν βρεθούν ποτέ στο στόχαστρο, δεν φταίνε εκείνα και δεν χρειάζεται να το αντιμετωπίσουν μόνα τους.
Σε έναν ψηφιακό κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα, η ανοιχτή επικοινωνία μέσα στην οικογένεια ίσως είναι η πιο αποτελεσματική μορφή προστασίας που μπορούν να προσφέρουν οι γονείς στα παιδιά τους.





