Ο Αθανάσιος Κολαλάς μας ξεναγεί σε μια παράσταση όπου ο έρωτας, η μνήμη και η ανθρώπινη ευθραυστότητα πρωταγωνιστούν

Της Αθανασίας Μπίδιου

Με μια από τις πιο αγαπημένες όπερες του παγκόσμιου λυρικού ρεπερτορίου ανοίγει φέτος η αυλαία του Φεστιβάλ Επταπυργίου. Η «Μποέμ» του Τζάκομο Πουτσίνι, ένα έργο για τη νεότητα, τα όνειρα, τη φιλία και την απώλεια, γίνεται η κεντρική παραγωγή του Φεστιβάλ Επταπυργίου 2026 και δίνει τον τόνο σε μια διοργάνωση αφιερωμένη στη δύναμη των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Διαβάστε ακόμη:  Φεστιβάλ Επταπυργίου: Η «Μποέμ» ζωντανεύει αυτό το καλοκαίρι σε μια παραγωγή διεθνών προδιαγραφών

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ και σκηνοθέτης της παράστασης, Αθανάσιος Κολαλάς, προσεγγίζει το αριστούργημα του Πουτσίνι όχι ως μια ρομαντική ιστορία μιας άλλης εποχής, αλλά ως μια ζωντανή αφήγηση που συνομιλεί με τις αγωνίες, τις επιθυμίες και τις αναζητήσεις του σήμερα. Στη συνέντευξή του στη Vwoman μιλά για τον έρωτα ως κεντρικό άξονα της φετινής διοργάνωσης, τους ήρωες της «Μποέμ» που εξακολουθούν να μας μοιάζουν, τη μαγεία του λυρικού θεάτρου και τη μοναδική εμπειρία μιας παράστασης που γεννιέται μέσα στα τείχη ενός τόπου φορτισμένου με μνήμη, ιστορία και συναίσθημα.

– Η αυλαία του Φεστιβάλ Επταπυργίου 2026 ανοίγει με μία όπερα, η οποία είναι και η κεντρική παραγωγή. Πώς καταλήξατε σε αυτή την επιλογή;

«Η επιλογή της Μποέμ δεν ήταν τυχαία. Το φετινό Φεστιβάλ Επταπυργίου είναι αφιερωμένο στον έρωτα και θεωρώ ότι ελάχιστα έργα αποτυπώνουν με τόση αλήθεια, τρυφερότητα και συγκινησιακή δύναμη όλες τις όψεις του. Η Μποέμ  μιλά για τον έρωτα, τη φιλία, τα όνειρα, τη νεότητα, αλλά και για την απώλεια και τη βίαιη ενηλικίωση. Είναι ένα έργο βαθιά ανθρώπινο, που μπορεί να συγκινήσει εξίσου έναν έμπειρο φίλο της όπερας και έναν θεατή που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το λυρικό θέατρο.

Παράλληλα, ήταν σημαντικό για εμάς να επιστρέψει μια μεγάλη παραγωγή όπερας στο Επταπύργιο. Η Μποέμ παρουσιάζεται στις 17, 23, 25 και 29 Ιουνίου καθώς και την 1η Ιουλίου, σε συμπαραγωγή με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή σπουδαίων λυρικών τραγουδιστών διεθνούς ακτινοβολίας, τριών χορωδιών και περίπου 180 συντελεστών επί σκηνής και πίσω από αυτήν.

Η δική μας προσέγγιση μεταφέρει τη δράση σχεδόν στο σήμερα. Όχι γιατί θέλαμε απλώς να “εκσυγχρονίσουμε” το έργο, αλλά γιατί πιστεύω ότι η ουσία του παραμένει απολύτως σύγχρονη. Οι ήρωες του Πουτσίνι είναι νέοι άνθρωποι που παλεύουν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο αβέβαιο και συχνά σκληρό, διεκδικώντας χώρο για την τέχνη, τα όνειρα και τον έρωτα. Είναι οι νέοι που συναντάμε καθημερινά γύρω μας. Γι’ αυτό και αισθάνθηκα ότι η «Μποέμ» είναι το ιδανικό έργο για να ανοίξει το φετινό Φεστιβάλ και να δώσει τον τόνο σε μια διοργάνωση αφιερωμένη στη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων και των συναισθημάτων».

– Η «Μποέμ» είναι ένα έργο βαθιά συνδεδεμένο με τη νεότητα, τη φτώχεια και τον έρωτα. Τι ήταν αυτό που σας ενδιέφερε περισσότερο στη δική σας ανάγνωση;

«Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη χαρά της ζωής και στην επίγνωση ότι όλα μπορούν να χαθούν από τη μια στιγμή στην άλλη. Οι ήρωες της Μποέμ ζουν με ένταση, αγαπούν, ονειρεύονται και γελούν, παρότι η πραγματικότητα γύρω τους είναι δύσκολη. Δεν ήθελα να παρουσιάσω μια ρομαντική ιστορία εποχής, αλλά μια ιστορία νέων ανθρώπων που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα και την ανθρωπιά τους μέσα σε έναν αβέβαιο κόσμο».

-Ποια στοιχεία της σύγχρονης πραγματικότητας συνομιλούν με τους ήρωες του Πουτσίνι;

«Νομίζω σχεδόν τα πάντα. Η οικονομική ανασφάλεια, η δυσκολία των νέων ανθρώπων να σχεδιάσουν το μέλλον τους, η ανάγκη να συγκατοικήσουν, να μοιραστούν τα πάντα για να τα καταφέρουν, η προσπάθεια να βρουν χώρο για την τέχνη, τη δημιουργία και τον έρωτα μέσα σε μια απαιτητική καθημερινότητα. Οι ήρωες της Μποέμ δεν είναι μακρινοί χαρακτήρες ενός άλλου αιώνα. Είναι άνθρωποι που συναντάμε καθημερινά γύρω μας».

– Θεωρείτε ότι η όπερα σήμερα μπορεί να αγγίξει ουσια«στικά ένα νέο κοινό;

«Απολύτως. Πιστεύω μάλιστα ότι η όπερα έχει πολύ περισσότερες δυνατότητες από όσες συχνά της αποδίδουμε. Όταν παρουσιάζεται με σεβασμό στο έργο αλλά και με σύγχρονη ματιά, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι ελιτίστικο ή μουσειακό, μπορεί να συγκινήσει βαθιά τους νέους ανθρώπους. Το βλέπουμε και μέσα από τις εκπαιδευτικές δράσεις που υλοποιούμε τα τελευταία χρόνια. Η όπερα μιλά για ανθρώπινα συναισθήματα και μεγάλες ιστορίες· και αυτά δεν παύουν ποτέ να αφορούν τις νεότερες γενιές».

– Υπάρχει κάποια σκηνή της παράστασης που σας συγκινεί ιδιαίτερα;

«Πέρα από το συγκλονιστικό φινάλε, με συγκινεί πάντα η πρώτη συνάντηση της Μιμή και του Ροντόλφο. Είναι μια σκηνή γεμάτη απλότητα και αλήθεια. Δύο άνθρωποι συναντιούνται τυχαία και μέσα σε λίγα λεπτά αλλάζει ολόκληρη η ζωή τους. Ο Πουτσίνι καταφέρνει να αποδώσει μουσικά αυτή τη στιγμή με τρόπο σχεδόν μαγικό και κάθε φορά αισθάνομαι ότι παρακολουθώ τη γέννηση μιας ελπίδας που γνωρίζει ήδη πόσο εύθραυστη είναι».

– Πώς οργανώνεται μια τόσο μεγάλη παραγωγή; Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο;

«Μια τέτοια παραγωγή είναι πάνω απ’ όλα μια συλλογική προσπάθεια. Απαιτεί πολύμηνη προετοιμασία από το Κέντρο πολιτισμού Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που υλοποιεί το Φεστιβάλ, αλλά και απόλυτο συντονισμό και μεγάλη εμπιστοσύνη ανάμεσα σε όλους τους συντελεστές. Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι μόνο το πρακτικό κομμάτι της οργάνωσης, αλλά το να καταφέρεις να ενώσεις τόσους διαφορετικούς ανθρώπους γύρω από ένα κοινό καλλιτεχνικό όραμα. Όταν όμως αυτό συμβεί, δημιουργείται μια ενέργεια που δύσκολα περιγράφεται».

– Το Επταπύργιο έχει πολύ έντονο ιστορικό και συναισθηματικό φορτίο. Πώς επηρεάζει τη σκηνοθεσία σας αυτός ο χώρος;

«Το Επταπύργιο δεν είναι απλώς ένας χώρος φιλοξενίας μιας παράστασης. Είναι ένας τόπος με μνήμη, ιστορία και ισχυρή παρουσία. Δεν προσπαθώ ποτέ να τον χρησιμοποιήσω ως σκηνικό φόντο. Αντίθετα, προσπαθώ να τον εντάξω οργανικά στη δραματουργία της παράστασης. Τα τείχη, οι σκιές, η νυχτερινή ατμόσφαιρα, η αίσθηση του χρόνου που έχει περάσει από εκεί, προσθέτουν ένα επιπλέον επίπεδο ανάγνωσης στο έργο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ιστορία των ηρώων της Μποέμ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη, γιατί μας θυμίζει πόσο μικρή αλλά και πόσο πολύτιμη είναι η ανθρώπινη ζωή απέναντι στον χρόνο».