Όταν μια ερώτηση κρύβει στην πραγματικότητα μια οδηγία, το παιδί μπορεί να λαμβάνει ένα μπερδεμένο μήνυμα

Στην προσπάθειά μας να είμαστε πιο κοντά στα παιδιά μας, να ακούμε τη γνώμη τους και να τους δίνουμε χώρο να εκφράζονται, έχουμε μάθει να τα ρωτάμε περισσότερο. Και αυτό, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι μια πολύ θετική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε σήμερα τη σχέση γονιού και παιδιού. Υπάρχουν, όμως, και εκείνες οι καθημερινές στιγμές στις οποίες μια ερώτηση δεν ανοίγει πραγματικά έναν διάλογο, αλλά κρύβει μέσα της κάτι που έχουμε ήδη αποφασίσει, μια οδηγία που πρέπει να ακολουθηθεί ή ακόμη και τον δικό μας εκνευρισμό.

Το «Γιατί πρέπει να σου το λέω εκατό φορές;», για παράδειγμα, δεν είναι μια ερώτηση στην οποία περιμένουμε στ’ αλήθεια απάντηση, όπως ακριβώς και το «Μπορείς να βάλεις τα παπούτσια σου;» δεν σημαίνει ότι το παιδί μπορεί να επιλέξει να μην τα βάλει όταν πρέπει να φύγουμε από το σπίτι. Κι όμως, τέτοιες διατυπώσεις έχουν γίνει τόσο φυσικό κομμάτι της καθημερινής επικοινωνίας με τα παιδιά, ώστε σπάνια αναρωτιόμαστε τι ακριβώς τους ζητάμε όταν τις χρησιμοποιούμε και αν θα ήταν τελικά πιο βοηθητικό να πούμε εξαρχής, με ηρεμία και σαφήνεια, αυτό που πραγματικά εννοούμε.

Σε αυτή ακριβώς τη μικρή αλλά ουσιαστική διαφορά στέκεται η Dr. Siggie Cohen, ειδικός στην ανάπτυξη του παιδιού και συγγραφέας του βιβλίου You Are the Parent, προτείνοντας στους γονείς κάτι που ακούγεται απλό, αλλά μπορεί να αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε μέσα στην οικογένεια: αντί να μετατρέπουμε σε ερώτηση κάτι που δεν είναι πραγματικά προς συζήτηση, να λέμε στα παιδιά καθαρά αυτό που εννοούμε.

Όταν λέμε «Γιατί πρέπει να σου το λέω τόσες φορές;», το πιθανότερο είναι ότι δεν περιμένουμε από ένα πεντάχρονο ή ένα επτάχρονο παιδί να μας εξηγήσει με ακρίβεια γιατί συνέχισε να παίζει ενώ του μιλούσαμε ή γιατί δεν αντιλήφθηκε ότι βιαζόμαστε. Αυτό που στην πραγματικότητα θέλουμε να του πούμε είναι ότι έχουμε ήδη επαναλάβει αρκετές φορές κάτι που πρέπει τώρα να γίνει. Θα μπορούσαμε, επομένως, να το εκφράσουμε ακριβώς έτσι: «Σου το έχω ζητήσει αρκετές φορές και ξέρω ότι έχουμε αρχίσει να εκνευριζόμαστε και οι δύο. Τώρα χρειάζεται να βάλεις τα παπούτσια σου για να φύγουμε». Το νόημα παραμένει το ίδιο, αλλά το παιδί δεν βρίσκεται ξαφνικά απέναντι σε μια ερώτηση στην οποία πιθανότατα δεν ξέρει καν τι πρέπει να απαντήσει.

Το ίδιο συμβαίνει και σε πιο φορτισμένες στιγμές, όπως όταν ένα παιδί χτυπά το αδερφάκι του και η αυθόρμητη αντίδρασή μας είναι να ρωτήσουμε «Γιατί τον χτύπησες;». Είναι μια απολύτως ανθρώπινη ερώτηση, μόνο που τη στιγμή της έντασης ένα μικρό παιδί συχνά δεν έχει ούτε την ψυχραιμία ούτε την αναπτυξιακή ωριμότητα να αναλύσει τα κίνητρα της συμπεριφοράς του. Μπορεί να απαντήσει «δεν ξέρω», να κατηγορήσει το άλλο παιδί ή να αρχίσει να εξηγεί ποιος πήρε πρώτος το παιχνίδι και ποιος ξεκίνησε τον καβγά, ενώ εκείνο που χρειάζεται πρωτίστως να ακούσει είναι ένα σαφές όριο: «Βλέπω ότι είσαι πολύ θυμωμένος, αλλά δεν θα σε αφήσω να χτυπάς». Η συζήτηση για το τι συνέβη, τι ένιωσε και τι θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά μπορεί να ακολουθήσει όταν η ένταση έχει υποχωρήσει και το παιδί είναι πραγματικά σε θέση να σκεφτεί και να μιλήσει.

Αυτή η μικρή αλλαγή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και στις πιο απλές οδηγίες της ημέρας, γιατί οι γονείς σήμερα προσπαθούμε πολύ περισσότερο να μιλάμε στα παιδιά με σεβασμό, αποφεύγοντας τις συνεχείς προσταγές που ίσως θυμόμαστε από τη δική μας παιδική ηλικία. Έτσι, από καλή πρόθεση, μπορεί να καταλήγουμε να διατυπώνουμε σχεδόν τα πάντα ως ερώτηση: «Μπορείς να έρθεις να φας;», «Θέλεις να κάνουμε μπάνιο τώρα;», «Πάμε να κοιμηθούμε, εντάξει;». Η ευγένεια ασφαλώς δεν είναι το πρόβλημα. Η σύγχυση αρχίζει όταν δίνουμε την εντύπωση ότι το παιδί καλείται να αποφασίσει για κάτι που στην πραγματικότητα έχει ήδη αποφασιστεί.

Αν το παιδί πρέπει να πάει στο σχολείο, για παράδειγμα, το αν θα φορέσει τα παπούτσια του δεν αποτελεί πραγματική επιλογή. Αν έχει έρθει η ώρα του ύπνου, το «πάμε για ύπνο;» μπορεί να ακούγεται σαν πρόσκληση για διαπραγμάτευση, ενώ εμείς γνωρίζουμε ότι ένα «όχι» δεν πρόκειται να αλλάξει αυτό που θα συμβεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια ήρεμη και ξεκάθαρη φράση, όπως «Ήρθε η ώρα να ετοιμαστούμε για ύπνο» ή «Βάλε τα παπούτσια σου, σε παρακαλώ, γιατί πρέπει να φύγουμε», μπορεί να είναι όχι μόνο πιο αποτελεσματική αλλά και πιο ειλικρινής απέναντι στο παιδί.

Το παιδί δεν χρειάζεται να αποφασίζει για όλα

Αυτό δεν σημαίνει ότι η καθημερινότητα πρέπει να γεμίσει εντολές ούτε ότι τα παιδιά δεν πρέπει να έχουν επιλογές. Αντίθετα, οι επιλογές είναι σημαντικές γιατί τα βοηθούν να αναπτύσσουν αυτονομία, αυτοπεποίθηση και την αίσθηση ότι η γνώμη τους έχει αξία. Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στο «Θέλεις να φορέσεις την μπλε ή την πράσινη μπλούζα;», όπου και οι δύο απαντήσεις είναι πραγματικά αποδεκτές, και στο «Θέλεις να ντυθείς για να πάμε σχολείο;», όταν το να μείνει το παιδί με τις πιτζάμες του στο σπίτι δεν αποτελεί επιλογή. Όσο πιο καθαρή είναι αυτή η διάκριση για εμάς, τόσο πιο καθαρή γίνεται και για εκείνο.

Ίσως, μάλιστα, μέσα στην προσπάθειά μας να μεγαλώσουμε παιδιά που έχουν φωνή και συμμετέχουν στις αποφάσεις, να έχουμε φτάσει μερικές φορές στο άλλο άκρο, ζητώντας τους να αποφασίζουν για πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα πραγματικά χρειάζεται. Από το τι θα φορέσουν και τι θα φάνε μέχρι πότε θα φύγουμε, πού θα καθίσουν ή πώς θα οργανωθεί κάθε μικρή στιγμή της ημέρας, ένα παιδί μπορεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με μια ατελείωτη σειρά επιλογών και ερωτήσεων. Για έναν ενήλικα αυτές οι αποφάσεις μοιάζουν ασήμαντες, όμως για ένα μικρό παιδί η συνεχής ανάγκη να επιλέγει, να απαντά και να διαπραγματεύεται μπορεί να γίνει κουραστική.

Υπάρχουν, λοιπόν, στιγμές στις οποίες η σαφής καθοδήγηση του γονιού μπορεί να λειτουργήσει ανακουφιστικά. Το παιδί δεν χρειάζεται να αποφασίζει για όλα, γιατί υπάρχει ένας ενήλικας που μπορεί να αναλάβει ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις για λογαριασμό του. Αυτό δεν αφαιρεί τη φωνή του ούτε ακυρώνει τα συναισθήματά του. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι δεν θέλει να φύγει από την παιδική χαρά, να καταλάβουμε ότι απογοητεύεται επειδή περνάει όμορφα και ταυτόχρονα να του πούμε ότι έχει έρθει η ώρα να φύγουμε. Το συναίσθημά του μπορεί να είναι απολύτως αποδεκτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το όριο πρέπει να αλλάξει.

Σύμφωνα με την προσέγγιση της Cohen. η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει ότι κάθε απόφαση γίνεται διαπραγμάτευση και τα όρια δεν σημαίνουν ότι ο γονιός πρέπει να γίνει αυστηρός ή απόμακρος. Ένα παιδί μπορεί να ακούσει «Ξέρω ότι θα ήθελες να μείνουμε κι άλλο και καταλαβαίνω ότι στενοχωριέσαι που πρέπει να φύγουμε, αλλά τώρα είναι ώρα να πάμε σπίτι» και μέσα στην ίδια πρόταση να πάρει δύο εξίσου σημαντικά μηνύματα: ότι ο γονιός βλέπει αυτό που νιώθει και ότι παράλληλα υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η οικογένεια.

Φυσικά, τίποτα από όλα αυτά δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε ερωτήσεις στα παιδιά μας. Οι ουσιαστικές ερωτήσεις είναι ένας από τους ωραιότερους τρόπους να τα γνωρίσουμε καλύτερα, να τα βοηθήσουμε να βάλουν σε λέξεις όσα αισθάνονται και να τους δώσουμε χώρο να σκεφτούν μόνα τους. Το «Πώς ένιωσες όταν έγινε αυτό;», το «Τι πιστεύεις ότι θα σε βοηθούσε;» ή το «Τι θα μπορούσες να κάνεις διαφορετικά την επόμενη φορά;» δεν είναι ερωτήσεις που κρύβουν μέσα τους μια εντολή, αλλά πραγματικές προσκλήσεις για επικοινωνία.