Η κλινική διαιτολόγος-διατροφολόγος Ειρήνη Κοντοπίδου δίνει χρήσιμες συμβουλές για την ισορροπημένη διατροφή μιας θηλάζουσας μητέρας.
«Τι πρέπει να προσέχω στη διατροφή μου κατά τη διάρκεια του θηλασμού;». Είναι μία ερώτηση που ταλανίζει κάθε γυναίκα που αποφασίζει να θηλάσει το μωράκι της.
Το medNutrition και η κλινική διαιτολόγος-διατροφολόγος Ειρήνη Κοντοπίδου συγκέντρωσαν δημοφιλείς ερωτήσεις για τον θηλασμό και μέσω live συζήτησης απάντησαν για όλα τα διατροφικά ζητήματα που απασχολούν τις θηλάζουσες μητέρες, ενώ διασαφηνίστηκαν μύθοι σχετικά με τη διατροφή κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Η ειδικός αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στη σημαντικότητα του θηλασμού και τα οφέλη του για τη μητέρα, το βρέφος και το περιβάλλον. Παράλληλα τονίστηκαν οι διαφορές της σύστασης του μητρικού γάλακτος συγκριτικά με το αγελαδινό καθώς και η διαδικασία παραγωγής του.
Σημαντικές αναφορές έγιναν στις διατροφικές ανάγκες της θηλάζουσας, τόσο σε ενέργεια όσο και σε θρεπτικά συστατικά, καθώς και κατά πόσο αυτές μπορούν να επηρεάσουν τη σύσταση του μητρικού γάλακτος. Επιπλέον, η κ. Κοντοπίδου έδωσε συμβουλές για το πώς οι θηλάζουσες μπορούν να επιτύχουν την επάνοδο στο βάρος σώματος προ εγκυμοσύνης. Ακόμα, αναφέρθηκε στις ανάγκες ενυδάτωσης καθώς και άλλα υγρά ή ροφήματα που μπορούν να καταναλωθούν αυτή την περίοδο καθώς και στις ουσίες που ενδεχομένως επηρεάζουν το θηλασμό, όπως η καφεϊνη, το αλκοόλ και η χρήση καπνού. Τέλος, σχολίασε τους μύθους γύρω από τον θηλασμό καθώς και σε ειδικά διατροφικά θέματα που απασχολούν τις θηλάζουσες μητέρες.
Δείτε ολόκληρη τη Live συζήτηση:
Ακολουθούν μερικές ερωτήσεις που τέθηκαν πριν το live του medNutrition για τον θηλασμό και τη διατροφή καθώς και οι απαντήσεις:
Η κατανάλωση μπύρας διευκολύνει την παραγωγή του μητρικού γάλακτος;
Οι θηλάζουσες πρέπει να αποφεύγουν το αλκοόλ, διότι διοχετεύεται μέσω του γάλακτος στο βρέφος και μπορεί να προκαλέσει βλάβες στο νευρικό σύστημα. Όσον αφορά την κατανάλωση μπύρας χωρίς αλκοόλ, αυτή αυξάνει το οξειδωτικό περιεχόμενο του γάλακτος σας. Ένα κριθαρένιο συστατικό της μπύρας, ακόμα και σε αυτήν χωρίς αλκοόλ, μπορεί να αυξήσει την έκκριση προλακτίνης, αλλά δεν υπάρχουν συστηματικές μελέτες και στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα να το επικυρώνουν.
Οι θηλάζουσες πρέπει να αποφεύγουν τα λαχανικά, ιδιαίτερα τα χόρτα αλλά και τα όσπρια, γιατί προκαλούν κολικούς στο βρέφος
Τα φρούτα και τα λαχανικά προσφέρουν στη μητέρα απαραίτητες υδατοδιαλυτές βιταμίνες και ιχνοστοιχεία, συμβάλλοντας έτσι στην διαμόρφωση καλής θρεπτικής κατάστασης. Η βιβλιογραφία δε συστήνει να αποκλείεται προληπτικά τρόφιμα από τη διατροφή σας, αν δεν έχει παρουσιαστεί κάποιους είδους ενόχληση στο βρέφος, γιατί τέτοιους είδους ενοχλήσεις αναπτύσσονται και σε μη θηλάζοντα βρέφη. Αντιθέτως, καταναλώνοντας ποικιλία γεύσεων βοηθάτε το βρέφος να πάρει περισσότερα γευστικά ερεθίσματα και αυτό να βοηθήσει στην καλύτερη εισαγωγή στερεών τροφίμων.
Αν μια μητέρα δεν πίνει γάλα τότε δεν μπορεί και να παράγει επαρκές γάλα για τον θηλασμό;
Το γάλα και γενικά τα γαλακτοκομικά προϊόντα περιέχουν σημαντικά θρεπτικά συστατικά για την θηλάζουσα, αποτελούν όμως και συχνή αιτία αλλεργιών των βρεφών. Αν διαπιστωθεί κάποια ενόχληση ή σύμπτωμα αλλεργίας στο μωρό, το αφαιρείτε από τη διατροφή σας για κάποιο διάστημα και το επανεισάγετε εκ νέου για να δείτε πως το επηρεάζει. Πριν αφαιρέσετε μια σημαντική τροφή από το διαιτολόγιο σας, συμβουλευτείτε κάποιον διαιτολόγο για υποκατάστατες τροφές, ώστε να μην εμφανίσετε κάποια έλλειψη θρεπτικών συστατικών. Αν τα παραπάνω δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στη διατροφή της, το ασβέστιο μπορεί να προσληφθεί από το ταχίνι, ξηρούς καρπούς (κυρίως αμύγδαλα) και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά (π.χ σπανάκι) και οι βιταμίνες Α και D από τα λιπαρά ψάρια αλλά και από συμπληρώματα διατροφής όπως το μουρουνέλαιο και η βιταμίνη D3.
Το γάλα μιας μητέρας είναι «καλό» για το παιδί της, ειδικά μετά τους 6 μήνες;
Η πρωτεΐνη είναι βασικό συστατικό για τη ρύθμιση του ανθρώπινου μεταβολισμού. Έκτος από δομικό συστατικό των μυών, εμπλέκεται σε όλες τις σωματικές διεργασίες. Χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό ενζύμων, ορμονών, όπως η ινσουλίνη, αντισωμάτων του ανοσοποιητικού συστήματος, αιμοσφαιρίνης κ.α.Η έρευνα τα τελευταία χρόνια έχει δείξει ότι οι αθλητές που ασχολούνται με την έντονη προπόνηση πρέπει να καταναλώνουν σχεδόν διπλάσια ποσότητα πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους από τον γενικό πληθυσμό, προκειμένου να διατηρηθεί η ισορροπία της. Οι βασικοί λόγοι των αυξημένων αυτών απαιτήσεων είναι η χρήση ποσοτήτων πρωτεΐνης για την επιδιόρθωση των μικροβλαβών των μυϊκών ινών κατά την άσκηση, την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών και την υποστήριξη της μυϊκής ανάπτυξης. Οι πρωτεϊνικές ανάγκες εξαρτώνται επιπλέον από τον τύπο της άσκησης που εκτελείται (αντοχής έναντι αντίστασης), την ένταση και τη διάρκεια της δραστηριότητας. Μια ανεπαρκής πρόσληψη, θα έχει ως αποτέλεσμα τον καταβολισμό των σωματικών πρωτεϊνών, την μειωμένη αποκατάσταση μετά την προπόνηση, την απώλεια μυϊκής μάζας και τελικά την μειωμένη ικανότητα προσαρμογής του αθλητή στο προπονητικό πρόγραμμα.





